–Άσε αυτό το κομμάτι να παίξει. Είναι πολύ καλό.

–Το ‘χα στο νου μου από τη στιγμή που ξύπνησα.

–Πως αυτό;

–Είδα ένα όνειρο μυστήριο.

–Τι είδες;

–Δε μπορώ να θυμηθώ.

–Βρέχει πάλι σήμερα.

–Σήμερα, δε βρέχει απλά. Δε βλέπεις πως σκοτείνιασε ο ουρανός της Κυψέλης;

–Υπερβάλεις λίγο.

–Είναι που έρχομαι απ’ έξω.

–Και λοιπόν;

–Έχουνε πλημμυρίσει οι δρόμοι.

–Οκ, θα φτηνύνει και το νερό…

–Αυτό δε το λες.

–Είσαι απαισιόδοξος. Ούτε μια πλάκα δε σηκώνεις.

–Με τους λογαριασμούς δε κάνω πλάκα. Πάω μονάχα και τους πληρώνω. Χωρίς χαμόγελα.

–Στραβά ξύπνησες.

–Μια χαρά είμαι. Είναι που ήθελα να κατέβω στο κέντρο.

–Τι να κάνεις στο κέντρο;

–Να τριγυρίσω.

–Να συγκεντρωθείς να δουλέψεις, γιατί διάλεξες λάθος μέρα.

–Δεν έχω την παραμικρή διάθεση· σήμερα ήθελα να δω κόσμο.

–Καλά κάθεσαι και δω.

–Και μιλάω μαζί σου;

–Είμαι καλή παρέα. Μπορούμε να κουβεντιάσουμε.

–Για ποιο ζήτημα.

–Ζητήματα να θες. Έχεις πρόβλημα;

–Πρόβλημα όχι. Διάθεση δεν ξέρω αν έχω.

–Για να μου μιλάς, έχεις.

–Μη το λες.

–Το λέω. Από το δρόμο ξεκίνησες.

–Όχι.

–Μη μου λες εμένα ψέματα. Δε μπορείς.

–…

–Να προσέχεις μονάχα.

–Τι;

–Μη σου γίνει συνήθεια.

–Το να μιλάω με τον εαυτό μου; Ποιο είναι το κακό;

–Να το κάνεις φωναχτά.

–Δε το κάνω ποτέ φωναχτά.

–Μη καταλήξεις εκεί…

.

–Συμμετέχεις κι εσύ.

–Εσύ τ’ αποφασίζεις.

–Όλοι το κάνουμε.

–Όχι όλοι. Πολλοί, ναι.

.

–Το καλό είναι πως σ’ έναν τέτοιο διάλογο, κάνεις δε θα συμβεί να μπερδέψει ούτε μια στιγμή τα πρόσωπα.

–Στην αρχή θα μπερδευτούν.

–Εσύ θα φταις.

–Σταμάτησε η βροχή.

–Ναι σταμάτησε. Αλλά θα ξαναρχίσει.

–Είναι το πρώτο πράγμα που μας κάνει να συμφωνούμε σήμερα.

–Ίσως υπάρξουν κι άλλα.

–Δε το βλέπω. Δεν αφήνεις τίποτα να πέσει κάτω.

–Δεν ειν’ έτσι.

–Εύκολα το λες. Αλλά είναι ίδιον του χαρακτήρα σου.

–Άσε το χαρακτήρα μου πρωί πρωί.

–Άκου να δεις· εγώ δεν έρχομαι για λόγο άσχετο. Εσύ με φέρνεις. Και ξέρεις γιατί.

–Δεν έχω ιδέα.

–Θέλεις πότε πότε να μιλάς με την κρυφή σου πλευρά.

–Δεν έχω εγώ κρυφή πλευρά.

–Πρόσεχε πως μου μιλάς.

–Με προκαλείς.

–Καλά θα κάνεις να το πάρεις απόφαση· κι όποτε έρχομαι να μ’ αναγνωρίζεις.

–Έμπλεξα. Θ’ ασχοληθώ με το γάτο μου. Θα μπορούσες και να φύγεις.

–Αδύνατο. Φεύγει ποτέ η σκέψη σου;

–Συχνά πυκνά.

–Σε τι;

–Σε εικόνες.

–Κι αυτές μαζί τις φτιάχνουμε. Παρακάτω…

–Δεν έχει άλλο.

.

–Συγκεντρώσου. Τι είδες στον ύπνο σου;

–Δε θυμάμαι· έναν ουρανό.

–Πάλι ουρανό; Σιγά την πρωτοτυπία.

–Δεν ήτανε μονάχα αυτό.

–Τι άλλο.

–Κάτι πουλιά.

–Πετούμενα;

–Όχι.

–Και τι έκαναν. Περπατούσαν;

–Δεν είναι παράξενο. Στην πόλη, συχνά τα πουλιά περπατάνε στα πεζοδρόμια.

–Ώσπου να τ’ αρπάξει καμιά αδέσποτη γάτα. Πεινάνε.

–Εκεί τα καταντήσαμε κι αυτά.

–Αλλοτρίωση.

–Δεν είναι φτιαγμένα για να ζούνε στα τσιμέντα.

–Τα δικά σου περπατούσαν τελικά;

–Όχι στέκονταν.

–Πού.

–Σε κάτι σύρματα.

–Του ηλεκτρισμού;

–Δε θυμάμαι.

–Και τι άλλο.

–Κοίταζαν τον ουρανό. Το καθένα μπροστά. Το καθένα στον κόσμο του.

.

–Να σε ρωτήσω…

–Όχι.

–Αισθάνεσαι μοναξιά;

–Ποιος δεν αισθάνεται μοναξιά;

–Θα συμφωνήσω, μου φαίνεται.

–Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει.

–Κυριολεκτικά.

–Υπάρχουν στιγμές που μένουμε μόνοι.

–Πως το αντιλαμβάνεσαι αυτό;

–Όπως το λέω. Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε μοναξιά. Όσους ανθρώπους και να ‘χουμε γύρω μας. Ή μαζί μας.

–Σε πειράζει αυτό;

–Καθόλου. Συχνά επιβάλλεται. Μόνο να.

–Πες το.

–Καμιά φορά είναι παραπανίσιο.

–Αυτό είναι αναπόφευκτο.

–Θα ήθελα να ορίζω καλύτερα τη σκέψη μου.

–Αυτό δε γίνεται.

–Με διακόπτεις.

–Γι’ αυτό είμαι δω.

–Λάθος.

–Λάθος έχεις εσύ. Εμένα με φώναξες για να σε διακόπτω.

–Παίρνεις πρωτοβουλίες.

–Έτσι είναι το μυαλό. Αυτομολεί συχνά.

–Καλά δε πράττει;

–Όχι· αυτό λέω: θα ‘θελα να το ορίζω εγώ.

–Μη φλυαρείς στο άσχετο. Αυτό που γράφεις δεν είναι ανάρτηση. Καταντάει πια σενάριο.

–Μπορεί να ‘ναι κιόλας.

–Τι σε κάνει να το νομίζεις.

–Τίποτα. Μ’ αρέσει να πειραματίζομαι.

–Να στρωθείς στο αντικείμενό σου.

–Δεν είναι συγκεκριμένο.

.

–Αυτό να το προσέξεις. Καταλήγει να ‘ναι πρόβλημα.

–Ποιο, το πείραμα;

–Δε μιλάω γι’ αυτό· απλά πετάς από κουβέντα σε κουβέντα.

–Συμβαίνει αυτό. Αξίζει να ‘μαστε τόσο αυστηροί στους τύπους;

–Όταν κουβεντιάζεις με τον εαυτό σου, ναι.

–…

–Γιατί σώπασες;

.

–Ξανάρχισε η βροχή.

–Στάματα ν’ ασχολείσαι με τη βροχή. Έχεις κολλήσει.

–Είναι που την ακούω να μουρμουράει. Στις τέντες.

–Και τι σου λέει;

–Να κατέβω στο κέντρο.

.

–Αυτή τη στιγμή ρίχνει και χαλάζι; κι είσαι κρυωμένος. Θα γίνεις χειρότερα.

–Πέρασε σχεδόν αυτό.

–Και πώς φαντάζεσαι τη βόλτα σου;

–Θα πάω να πιω έναν καφέ.

–Μόνος;

–Και τώρα μόνος είμαι.

–Μη το λες. Θα ‘ναι κόσμος σε παρέες, και συ σα το μαγκούφη.

–Δε το σκέφτηκα έτσι.

–Ούτε να διαβάσεις δε μπορείς. Θα σε πιάσει αμηχανία.

–Δε με ξέρεις καθόλου καλά. Θα ‘μαι μια χαρά. Θα καθίσω πλάι σε μια τζαμαρία· θα χαζεύω τους περαστικούς.

.

–Εσύ δε θέλεις και πολύ να βρεις παρέα. Μιλάς μ’ όλον τον κόσμο.

–Ναι.

–Παλιότερα δε το ‘κανες αυτό.

–Όχι σε τέτοιο βαθμό.

–Είναι ανάγκη;

–Όχι, επιλογή.

–Και τι σου φαίνεται να επιλέγεις.

–Να χαμογελάω συχνότερα.

.

–Πες μου τι φοβάσαι, τώρα που ζεσταθήκαμε.

–Ποιος ζεστάθηκε.

–Στο θέμα μας. Γιατί άλλαξες συμπεριφορά;

–Συνέβη.

–Προβλήματα;

–Και περιπέτειες. Που έρχονται από το πουθενά. Πάντα θα υπάρχουν. Το θέμα είναι να μη τα μεγαλώνεις.

–Το ‘χεις φιλοσοφήσει;

–Δε γνωρίζω. Αλλά μου υπόσχομαι να προσπαθήσω.

–Τι φοβάσαι;

–Τις στιγμές· τις καθημερινές μικρές στιγμές· που στήνουν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής. δε θέλω να περνάνε χωρίς συνείδηση.

–Νωρίτερα, στην είσοδο της πολυκατοικίας, έπιασες κουβέντα με την καθαρίστρια.

–Ήτανε για τη βροχή.

–Και τι σου μπορεί να σου προσφέρει μια ξένη γυναίκα, ένα άσχετο πρωί.

–Την καλημέρα της.

–Και την έκπληξή της· που κάποιος της έπιασε την κουβέντα.

–Εκεί καταλήξαμε: να ξαφνιαζόμαστε με τη διάθεση για επικοινωνία; να ζούμε τη μισή ζωή μας σιωπηλοί.

–Αυτό άλλαξες εσύ;

.

–Αυτό, ναι.

–Δεν ακούγεται κακό.

–Το αντίθετο· συμβαίνει να περνάς και καλά.

–Να σε ρωτήσω κάτι;

–Έλα, ρώτα.

–Έχεις ώρα να καπνίσεις.

–Ξεχάστηκα με την κουβέντα.

–Καπνίζεις αβέρτα.

–Δε το ελέγχω. Αλλά θα ‘θελα.

–Όταν θες κάτι, απλά το κάνεις.

–Δεν είν’ έτσι.

–Και πως είναι;

–Πολλά θέλουμε να κάνουμε· αλλά δε μπορούμε.

–Όλα τα μπορούμε.

–Τι δε μπορείς εσύ;

–Δε θέλω να πω.

–Μεταξύ μας μιλάμε. Πες.

–Δε θέλω να τρέχει το μυαλό μου στις χίλιες στροφές. Δε θέλω να αισθάνομαι τόσα πολλά. Κι όταν ξαπλώνω το βράδυ, δε θέλω να ‘χω αρνητικές σκέψεις, θα μ’ άρεσε να σκέφτομαι μόνο θετικά, να λέω ότι, σήμερα έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να ζήσω καλά…

–Και τι άλλο.

–Ότι κι αύριο, θα προσπαθήσω να ‘μαι καλύτερος.

–Και θα ‘σαι;

–Πιθανότατα όχι.

.

–Τα ξεφούρνισες όλα μαζί τώρα.

–Δε θέλω να πονάω εύκολα. Δε θέλω να θυμάμαι διάφορα.

–Λες αλήθεια;

–Όχι.

–Τότε τι;

–Θα πούλαγα την ψυχή μου.

–Με τι αντάλλαγμα.

–Να ‘χω μέτρο.

–Μέτρο σε τι.

–Σε όλα.

–Αυτό δεν υπάρχει. Το μέτρο είναι σχετικό για τον καθένα.

–Εγώ είμαι ο καθένας μου.

.

–…

–Τώρα δε μιλάς.

–Σαν τι θα φανταζόσουν ότι θ’ άκουγες.

–Τίποτα. Ίσως μια πρόταση· μια λύση.

–Δεν μπορώ να σου προτείνω λύσεις. Να τις βρεις εσύ. Μόνος σου.

.

–Και τώρα μόνος μου είμαι.

–Μη το μπερδεύεις, με κούρασες. Και να σου πω, γιατί χαμογελάς τελικά;

–Μπορεί και να ‘χω στ’ αλήθεια καλή διάθεση.

–Είσαι ανισόρροπος.

–Ίσως.

–Μ’ έχεις πάρει στην πλάκα σήμερα.

–Χρειάζεται κι αυτό...

.

–Με χρειάζεσαι τίποτ’ άλλο;

–Βαρέθηκες;

–Όχι. Να με φωνάζεις συχνότερα, να μιλάμε γι’ άσχετα.

–Τελικά μου ‘κανες καλό.

–Δε το κατάλαβα.

–Είναι μοιραίο.

–Πότε θα ξαναμιλήσουμε;

–Σύντομα.

–Όταν λέμε ‘σύντομα’;

–Όταν υπάρξει η αφορμή.

.

–Αν βγεις έξω να ντυθείς καλά. Χειμωνιάζει.

–Δε χειμωνιάζει. Είναι που μεγαλώνω· και με πειράζει λιγάκι η υγρασία.

–; ))

–; ))

.

Το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ
και οι εκδόσεις Άγκυρα σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του συγγραφέα Δημήτρη Βαρβαρήγου με τίτλο
«Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε » Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, 2009,
ώρα 18:00 ΙΑΝΟΣ, Σταδίου 24, Αθήνα
.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
η βιβλιοκριτικός και συγγραφέας Ελένη Γκίκα και ο συγγαφέας και βουλευτής Μίμης Ανδρουλάκης.
.
Κείμενα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Γεωργία Ζώη και Μαρία Ζαχαρή
.
Μουσική:
τρία βιολιά και πιάνο από το συγκρότημαCrescendo.
.

"Ολόγραμμα"

Ελένη Νανοπούλου

.
κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου’’
.
βάζω το δάκτυλο ανάμεσα στα μάτια
κατεβάζω σελίδα τα χέρια
αγκάλιασε με
δε κοιμάμαι ποτέ τις μικρές ώρες
κάποτε - κάποτε πλαγιάζω στην αυτοψία της αγάπης

θεέ μας
μας έψαχνες
με τον κανόνα και την απαίτηση
εν’ άθροισμα είναι το νερό
απ’ το ελάχιστο και το πολύ μας σώμα
.
δεν κοιμάμαι ποτέ τις μικρέ ώρες
κάποτε – κάποτε πλαγιάζω
στην αυτοψία της αγάπης
.
αποδημώ με την απρέπεια
.
•••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••
.
© 2009 Ελένη Νανοπούλου
και Εκδόσεις Δρόμων
Εξώφυλλο-Οπισθόφυλλο: Πυρογραφία σε ξύλο του Θανάση Κωνσταντινίδη
Παραχώρηση έργου τέχνης από το Μουσείο Πολιτικών εξόριστων – Αη Στράτη

.

•••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••••
Το βιβλίο διατίθεται απο τον Ιανό (Αθήνα - Θεσσαλονίκη) και την Πολιτεία
.
περισσότερα:
.

Ένα κλειδί σκάλισε την κλειδαριά. Πρωί. Κάνεις άλλος δεν είχε ποτέ κλειδί. Μονάχα εκείνη. Επέστρεφε…

Δε συμβουλεύτηκε ρολόι. Ξημέρωνε ωστόσο. Τα βήματά της περπάτησαν το διάδρομο, στάθηκαν μια στιγμή αναποφάσιστα. Βρέθηκε όμως. Δίπλα του.

.

–Καλημέρα.

–Καλημέρα. Όμορφη.

–Είναι όμορφη;

–Και πότε δε συνέβη να ‘ναι.

–Ο χρόνος θα το πει αυτό. Ήρθες τόσο πρωί…

–Ήθελα την καινούργια μέρα. Με θυμάσαι;

–Θα το παλέψω. Θέλεις να θυμηθώ;

–Για να με θυμηθείς επέστρεψα… Κοιμόσουν;

–Όχι. Είχα κλειστά τα ματιά μου.

–Είναι νωρίς για σένα. Κοιμόσουν παλιά τέτοια ώρα.

–Παλιά.

–Τώρα;

–Κλείνω τα μάτια. Και μένω ήσυχος. Περιμένω. Καμιά φορά αυτό μου φαίνεται και πολύ.

–Τι περιμένεις;

–Να ξοδευτούν οι σκέψεις στο σκοτάδι. Να ξημερώσει κάποτε.

–Μάλιστα.

–Μάλιστα τι.

–Μάλιστα τίποτα.

–Θα μείνεις ξαπλωμένος τώρα;

–Μπορούμε να καθίσουμε στο σαλόνι.

.

Έβγαλε από την τσάντα της τσιγάρα. Δανείστηκε αναπτήρα. Προτίμησε τη δεξιά πλευρά στον καναπέ. Δίπλα στην μπαλκονόπορτα.

–Βρέχει έξω;

–Έβρεχε όλο τη νύχτα. Και τώρα ακόμα.

–Είναι ωραία η βροχή το Σεπτέμβρη. Ξεπλένει τον ιδρώτα· από το καλοκαίρι. Πώς ήρθες ως εδώ;

–Περπατώντας. Από τα στενά.

–Χωρίς ομπρέλα;

–Πότε χρησιμοποίησα εγώ ομπρέλα;

–Βράχηκες;

–Έτσι συμβαίνει συνήθως.

.

Ήταν η σειρά του ν’ ακούσει τους ήχους του γρήγορου νερού στα παλιά μωσαϊκά.

–Ακούς;

–Ναι. Μ’ αρέσει.

Χαμογέλασε· χωρίς προσδιορισμό. Αυθόρμητος σα να ‘ταν μόνος. Τα μάτια της έφεραν μια άξαφνη υγρασία.

–Καιρό είχα να σε δω να χαμογελάς. Αποθύμησα. Χαμογελούσες συχνά όσο έλειπα.

–Όσο έλειπες;

–Όσο έλειπα.

–Ναι. Χαμογελούσα. Τακτικά.

.

Πήρε πίσω τον αναπτήρα του. Έλεγε ψέματα. Κι οι δυο τους το ‘ξεραν. Αλλά είχε νόημα. Κοιτάχτηκαν. Ήθελε να της πει κάτι. Αλλά ήταν μεγάλο. Δεν είχε τόσες λέξεις μέσα του διαθέσιμες. Λιγότερες θα έβγαιναν λανθασμένες. Όπως παλιά. Επέλεξε μια παύση.

–Δε μιλάς.

–Δεν έχω σταματήσει να ‘μαι φλύαρος.

–Καλό ειν’ αυτό.

–Όταν δεν έχεις κάτι νέο να πεις , όχι.

–Σωστά.

Το βλέμμα του ξαφνικά πέταγε μαχαίρια. Το ‘νιωσε όμως. Και τα ‘κανε σιωπηλά χάδια. Βυθίστηκε στα χαρακτηριστικά. Του πρόσωπου της. Δε τη θυμόταν καλά. Είχε προσπαθήσει τόσες φορές. Ήταν μάταιο. Ακόμα κι οι φωτογραφίες έλειψαν. Τις είχε σκίσει. Μία μία. Με υπομονή.

–Έχεις ομορφύνει.

–Έχω γεράσει.

–Όλοι μεγαλώνουμε. Κι αλλάζουμε.

Ένιωσε άβολα. Πέρασε το χέρι απ’ τα μαλλιά της. Ασυναίσθητα ξεχτενίστηκε. Κάτι θέλησε να του πει. Να κρατηθεί.

–Συχνά παραμένουμε ίδιοι. Στις σκέψεις μας. Τουλάχιστον σ’ αυτές. Και στα αισθήματα.

–Δε το πιστεύω πια αυτό.

Έλεγε ψέματα. Κι οι δυο τους το ‘ξεραν.

–Έχεις δίκιο, συμφώνησε, πριν γείρει τα μάτια της στη βεράντα. Αλλάζουμε. Και δεν είμαι σίγουρη πως· αν γινόμαστε καλύτεροι.

–Ή χειρότεροι, ναι.

–Πόσο χειρότερος μπορεί να γίνει κάνεις.

–Δεν έχει άκρη αυτό.

–Ας συμφωνήσω. Τα φυτά μας έχουν γίνει ολόκληρα δέντρα. Τα πότιζες;

–Ναι. Πόσο έλειψες στ’ αλήθεια;

–Εσύ δεν έβγαινες καν στη βεράντα.

–Κάποιος έπρεπε να το κάνει.

.

Στράφηκε ολόκληρη προς τη μεριά του. Την αριστερή του καναπέ. Έλαμπε στο χάος της στιγμής. Της κάθε στιγμής.

–Δε μπορώ να μετρήσω πόσο έλειψα. Εσύ· θυμάσαι τουλάχιστον εσύ;

–Πόσα θαρρείς πως μπορεί να κρατήσει μέσα του ένα μυαλό;

–Απαντάς ακόμα μ’ ερωτήσεις.

–Είναι δύσκολη συχνά η κατάφαση. Θα πιούμε κάποτε καφέ;

–Να φτιάξουμε, ναι.

–Μείνε εδώ. Έκανες τόσο ταξίδι.

.

Αυθόρμητη κατευθύνθηκε εκείνη στη ντουλάπα. Να φορέσει κάτι στεγνό. Η αφίσα της “Αμελί” ήταν ακόμα στο δεξί φύλλο. Και τα ρούχα της το ίδιο. Στριμωγμένα. Αλλά εκεί. Επέστρεψε, φορώντας ακόμα τα βρεγμένα. Οι καφέδες περίμεναν. Και τα τραγούδια στον υπολογιστή. Πόσο καιρό είχε να τ’ ακούσει…

–Άλλαξες υπολογιστή.

–Πέρυσι, ναι. Ο παλιός δε ξαναλειτούργησε. Ήταν ένα πρωινό. Σάββατου.

–Τα κείμενα σου;

–Χάθηκαν · ό,τι είχα γράψει· χάθηκε.

–Δε κάνεις ποτέ μπακ απ.

–Ποτέ. Λες και το ‘χω για κακό.

–Και τα γραμμένα;

–Δε ξαναγράφτηκαν.

.

Ο καθένας με μια κούπα καφέ. Στη θέση του. Τσιγάρα· λες κι άναψαν από μόνα τους. Προβλεπόμενα. Η νικοτίνη στάθηκε πιο στυφή απ’ τη σιωπή. Λες και προκάλεσε από μόνη της τα αισθήματα.

–Γιατί έφυγες;

–Πνιγόμουνα.

–Δε μου μίλαγες γι’ αυτό. Βρέθηκα απροετοίμαστος. Για την απουσία.

–Πνιγόμουνα.

–Από μένα;

–Δε θυμάμαι πια.

–Και πού πήγες. Πού πήγες μετά;

–Όχι. Όχι από σένα. Από σένα ποτέ. Μονάχη μου πνιγόμουν.

– Πού πήγες μετά;

–Ταιριάζαμε τόσο πολύ, έκρυψε με την παλάμη στο στόμα της. Να κρατήσει εκεί τις κουβέντες της; Όχι άλλο.

–Απέμεινα μόνος.

–Ταξίδεψα.

–Προς τα πού.

–Περπατούσα. Συνέχεια. περπάτησα πολύ. Στο τέλος δεν είχα άλλα βήματα. Τα ‘χα ξοδέψει.

–Και πού πήγαινες;

–Δεν είχα προορισμό. Δεν είχα κατεύθυνση. Σα την τρελή. Τρελή. Όχι “σαν”.

–Έμεινα μόνος.

–Οι φίλοι μας;

–Τέλειωσαν γρήγορα.

–Ήταν οι πιο πολλοί δικοί σου φίλοι.

–Κι όμως τέλειωσαν.

.

Η οθόνη είχε σβήσει. Και τα τραγούδια. Δεν ακούγονταν πια τραγούδια.

–Μα γιατί άργησες…;

–Είχα αστάθεια στα βήματα. Έλειψε η ισορροπία. Αλλά περπατούσα. Να τελειώσουνε τα βήματα. Και τα λάθη. Πολλά τα βήματα. Έπρεπε να τα λέω “χρόνια”. Δε το ‘ξερα.

–Κι έφτανες κάπου;

–Νοστάλγησα. Πολύ. Αλλά έκανα εγκλήματα. Στην ίδια μας τη ζωή.

–Κι επέστρεψες.

–Ναι. Μαζεύοντας τα λάθη. Ένα ένα. Ήτανε πολλά. Και σκόρπια.

–Θέλω να μου γελάσεις ξανά.

–Τι νιώθουμε όταν γελάμε;

–Προορισμό.

–Νιώθω πως είχα προορισμό. Αλλά δε γέλασα.

–Πάρε το χρόνο σου.

–Μετριέται ο χρόνος;

–Καλύτερα όχι.

–Κι αν ξεχάσει κάνεις τα λάθη;

–Είναι· για να τα ξεχνάμε.

–Κι αν ξανάρθουν;

–Δε θα ξανάρθουν τα ίδια. Θα κάνουμε καινούργια. Φοβάσαι;

–Όχι. Έπαψε ο φόβος. Έμεινε μόνο ο θυμός. Κι η λαχτάρα.

.

Κράτησε την ανάσα του· στο βλέμμα της. Που άλλαζε. Σα κάτι να το φώτιζε.

–Θα σταματήσουμε να λέμε ψέματα;

–Σταματάνε ποτέ τα ψέματα;

–Αν καιγόμαστε, μπορεί. Να σταματάνε.

–Ας μην υπάρξουν άλλα τότε.

Έκλαιγε τώρα, αλλά δεν ήτανε λυπημένη. Σα κάτι να της ήρθε ξαφνικά στο νου. Μέσα της βαθιά. Αλλά δεν ένιωθε τι. Μονάχα έκλαιγε. Πιο πολύ απ’ το ένα μάτι. Όπως παλιά.

–θα μείνεις;

–Έτσι λέω.

–Οι κουβέντες είναι σύννεφα στον ουρανό., χάνονται γρήγορα.

–Έτσι θέλω.

–Μη ξανακάνεις ερωτήσεις.

.

–Κάτι τελευταίο μόνο.

–Όχι.

–Μ’ αγαπάς· εμένα· μ’ αγαπάς;

Έσμιξε τα φρύδια του. Ελάχιστα. Δε του περίσσευαν οι λέξεις. Ήταν πολλές. Αλλά δεν έρχονταν.

–…δε κουράστηκες να ρωτάς;

–Έχω χρόνια να ρωτήσω. Αισθάνομαι χαμένη.

–Απλώς· είσαι στο σπίτι σου.

–Λες και δεν ήμουν εγώ.

–Επέστρεψες.

–Το ‘θελα πολύ. Από πάντα.

–Η βροχή σταμάτησε.

–Ναι· σταμάτησε. Φθινοπώριασε πια.

–Κάνει αληθινό φθινόπωρο φέτος. Θέλεις να πάμε μια βόλτα;

–Νιώθω κουρασμένη· αλλά θέλω. Πού;

–Πάμε για ένα τσιγάρο. Ψηλά. Να δούμε την πόλη. Ύστερα θα γυρίσουμε να μαγειρέψουμε;

Ήτανε πάντα τόσο όμορφη. Σα να μην είχε περάσει μία μέρα από πάνω της. Ήπιε λίγο καφέ και ξαναμίλησε εκείνη.

–Ξέχασα να μαγειρεύω. Αλλά θα θυμηθώ.

–Γιατί;

–Για μας.

.

.

είναι τρελή η ζωή· στο ‘χω πει

ξεμυαλισμένη και κουφή

μη της φωνάζεις·άδικος κόπος

δε θα σε εξυπηρετήσει σε κάτι·

στήνει μονάχη σκηνικά, ράβει κοστούμια

ρουφιανεύει φώτα, μουσικές, σιωπές, σκοτάδια,

αναμονές στα παρασκήνια –και πόσο θλιβερές αναμονές…–

σκηνοθετεί παράσταση εκείνη

σε υποχρεώνει να ‘σαι στο θίασο

χωρίς δική σου κρίση, δίχως επιλογή·

.

και παράλογη –πως είναι–

μου είπανε μια μέρα· η ζωή

προσποιήθηκα πως δε συμφώνησα

είπα ψέματα· μερολήπτησα

και ξεδιάντροπη, είπε ένας φίλος καλός·

ανέκφραστος, άφησα το βλέμμα μου

να φύγει ψηλά ελεύθερο

βαρήκοος στους θυμούς των άλλων·

.

αλλά είναι όμορφη, ή τάχα εγώ τη θέλω έτσι;

για τη ζωή, σου λέω πάλι

όμορφη σαν αυγή, τη βλέπω·

αυγή βγαλμένη από τη θάλασσα

καλοκαίρι, που γλεντά η φύση τον καιρό, ναι·

ισχυρή σαν απότομη έλξη

συγκλονιστική σαν απροσδόκητο κλάμα

όχι βουβό· βρεγμένο κλάμα·

κοιτάζει να σε κλέψει εκεί

στην ύπαρξη και στο τίποτα

εσύ διαλέγεις ένα χαρτί απ’ τα δυο·

.

και μη νομίζεις τα λανθασμένα, τ’ άσκοπα·

αυτή, δε θ’ αλλάξει· ποτέ της· εσύ θα το κάνεις αυτό

για το χατίρι σου· και το χατίρι της·

θες τώρα; θες ύστερα;

κάποτε θ’ αλλάξεις· γραμμή, σκέψη, έγνοια, μάτια

θ’ αλλάξεις όνειρα· θα ακούσεις άλλα τραγούδια

εν ανάγκη, θα τα γράψεις κιόλας·

.

μη μου λες εμένα όχι

το όχι είναι εύκολο

φτηνό· ανάρμοστο σε πολλούς

και το ‘παν πριν από σένα κι άλλοι

οι περισσότεροι; οι λιγότεροι;

δε σε κόφτει· δε στέκει να σ’ απασχολεί

εσύ, τέτοιες στιγμές [μόνο τέτοιες στιγμές]

στον καθρέφτη να κοιτάς

κι όρισε αυτό που θες να βλέπεις

να ‘ναι όμορφο, να τ’ αγαπάς

χτενίσου· ομόρφυνε· μπορείς και θέλεις

να της αρέσεις, της ζωής· σου επιτείνω·

ξέρεις εσύ πως [δεν ξέρεις;]

ή κοίταξε· φρόντισε να μάθεις

από μέσα σου μονάχα·

.

κι όταν με το καλό πας

και τη βρεις, εκείνη θα σε περιμένει

από πάντα –γνώριζε πως– σε περίμενε

να την πάρεις με το καλό

μη πληγωθεί· μη σ’ αποδιώξει

γιατί μαζί της, ισχύει το παράξενο:

για ό,τι σου κάνει, εσύ θα φταις

γι’ αυτό έλα· συγκεντρώσου· χαμογέλα·

τ’ αξίζεις τα χαμόγελα· δέσε κορδόνια, σβήσ’ το τσιγάρο·

και φεύγα· φεύγα να τη βρεις

μ’ ένα φιλί για ψίθυρο να χαιρετήσεις

έτσι όπως έκανες παλιά

έτσι όπως έκανες παλιά…

και ξέχασες· γιατί σε παραπλάνησαν τα χρόνια

μη συμβουλεύεσαι ποτέ τα χρόνια

μα δε το ‘παμε κι άλλοτε αυτό;

.

Ακούγονται: 01– J'Y Suis Jamais Allé –Yann Tiersen – Rue Des Cascades # 02 Le Banquet – Yann Tiersen – Le Fabuleux Destin D'Amélie Poulain # 03 Με μια νίκη... με μια ήττα – Ρίτα Αντωνοπούλου – Πάμε ξανά απ' την αρχή

.

Victoria Hislop

«Το νησί»

.

Πρωτότυπος Τίτλος: «The Island»

μυθιστόρημα

.

συγγραφέας: Victoria Hislop

.

Σελίδες: 504

πρώτη κυκλοφορία: 04/2007

.

Εκδόσεις: Διόπτρα

.

Οπισθόφυλλο:

.

«Η Αλέξις λαχταρά να μάθει για παρελθόν της μητέρας της, Σοφίας, που εκείνη τόσα χρόνια έκρυβε. Ξέρει μόνο ότι η μητέρα της μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό της Κρήτης προτού φύγει οριστικά για το Λονδίνο. Όταν η Αλέξις αποφασίζει να επισκεφθεί την Κρήτη, η Σοφία της δίνει ένα γράμμα για μια παλιά της φίλη και της υπόσχεται πως απ’ αυτήν θα μάθει την αλήθεια.

Έκπληκτη η Αλέξις, ανακαλύπτει πως η ζωή της οικογένειάς της συνδέεται άμεσα με το μικρό και εγκαταλελειμμένο νησί της Σπιναλόγκας - την πρώην αποικία των λεπρών.

Μαθαίνει την ιστορία της γιαγιάς της και της μητέρας της, όπως και τη διάλυση της οικογένειάς της από την τραγωδία, τον πόλεμο και τα πάθη».

.

.

βικτόρια χίσλοπ

.

Είναι δημοσιογράφος και συνεργάζεται με τις εφημερίδες Sunday Telegraph και Daily Telegraph, όπως και με το περιοδικό Woman & Home. Ζει στο Κεντ της Αγγλίας μαζί με το σύζυγό της και τα δυο παιδιά της. Της απονεμήθηκε το βρετανικό βραβείο του Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το 2007. "Το νησί" κυριάρχησε για 24 εβδομάδες στο βρετανικό τοπ 10, με τις πωλήσεις του να ξεπερνούν τα 850.000 αντίτυπα. Τα δικαιώματα του βιβλίου πουλήθηκαν σε 17 χώρες.

Στην Ελλάδα πουλήθηκαν 10.000 αντίτυπα τους πρώτους δυο μήνες της κυκλοφορίας του.

.

Μια Αγγλίδα συγγραφέας, επιλέγει να γράψει ένα μυθιστόρημα, με άξονα το νησί της Σπιναλόγκας. Κάτι που μέχρι στιγμής, δεν επιχείρησε κάποιος Έλληνας συνάδελφός της μ’ αυτόν τον τρόπο και της αξίζει ένα πρώτο χαμόγελό μας, τόσο για την φαντασία στη θεματική του, όσο και για το παρακινδυνευμένο του όλου εγχειρήματος.

Η ιστορία του νησιού είναι από λίγο ως πολύ γνωστή. Αποικία των φορέων ή ασθενούντων της Νόσου του Χανσεν, αποτέλεσε για μισό και πλέον αιώνα [ως τα 1957 που βρέθηκε αποτελεσματική θεραπεία…] το καταφύγιο κι ο καταναγκαστικός χώρος περιορισμού για μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων, που η υπόλοιπη Ελλάδα απομόνωσε εκεί, εκδιώχνοντάς τους σταδιακά από τις τοπικές κοινωνίες, τα ιδρύματα και τα νοσοκομεία της χώρας.

.

Το θέμα [όσο και το πρόβλημα…] είναι απόλυτα σύγχρονο, όσο κι αν κάτι τέτοιο δε διαφαίνεται από την αρχή. Η απόρριψη κοινωνικών ομάδων –μικρών ή μεγαλύτερων– και η κατάταξή τους σε υποδεέστερες κατηγορίες ανθρώπων με αφορμή τα ζητήματα ή τα θέματα της υγείας, με μεθόδους καθαρά και άκρως ρατσιστικές, δεν είναι βέβαια καινούργια, αλλά επιβιώνει –παρά τα όσα εύσχημα κατά καιρούς λέγονται από το επίσημο κράτος και τους κοινωνικούς φορείς– όσο και το ίδιο το φαινόμενο του ρατσισμού…

Κι είναι άθλιο –γνώμη μου– σ' έναν κόσμο που μορφώνεται, κοινωνικοποιείται, μαθαίνει σιγά σιγά να ξεχωρίζει και να αναγνωρίζει το –από τη φύση συχνά χαρισμένο– δικαίωμα της διαφοράς, επιμορφώνεται μέσω ηλεκτρονικών μέσων, καινοτομεί σε αναρίθμητους τομείς και ζει με –αμφιλεγόμενη έστω– δημοκρατία, να περιθωριοποιεί, να απορρίπτει, ή να χλευάζει τακτικά όσο και άκριτα, ανθρώπους, που 'ναι έξυπνοι αλλά με προβλήματα κινητικά, φιλότιμοι ή οξυδερκείς ή ενδεχόμενοι φίλοι, αλλά ωστόσο υποφέρουν –συνήθως χωρίς να φορτώνονται στο οικείο περιβάλλον– από κάποια μη μεταδοτική νόσο ή ιδιαιτερότητα, παθολογική, οφθαλμική, ογκολογική, συχνά ακόμα ακόμα και αισθητική… .

Θα πίστευε εύκολα κανείς, ότι ένας τέτοιος τόπος αποτέλεσε απλώς το κολαστήριο των ανθρώπων που σχετίστηκαν με τη λέπρα. Ωστόσο εκεί, στη Σπιναλόγκα, αναπτύχθηκε μια υγιής από κάθε άποψη κοινότητα, με σπίτια, καταστήματα κάθε λογής, ανθρώπους που ήθελαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, για όσο τουλάχιστον το μέλλον δεν αποδεικνυόταν καταδικαστικό για τη μοίρα τους.

Τι φαίνεται σα πρώτη εντύπωση από ένα τέτοιο θέμα; ένα μυθιστόρημα που θα ήταν μουντό, ίσως κλειστοφοβικό, στενάχωρο ή καταθλιπτικό, δύσκολο στην ανάγνωσή του.

.

Κι όμως, η Βικτόρια Χισλοπ, κατάφερε να γράψει ένα κείμενο, βασισμένο στις ιστορίες των ηρώων της.

Έτσι, με γνώμονα ιδιαίτερα ανθρωποκεντρικό, έστησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μυθιστορία που, συγκινεί, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον, προκαλεί ταύτιση με τα κεντρικά πρόσωπα [κάτι από μόνο του μοναδικό σα στοιχείο], και μ’ όλες τις μικρές άτυχες στιγμές [κάποιων διάλογων ή της μετάφρασης] καταλήγει να ‘ναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, που αφήνει μια γλυκιά γεύση από τη ζωή, διαβάζεται μονορούφι και κινητοποιεί τον όμορφο ψυχισμό του αναγνώστη…

.
.
07:12 π.μ., δευτέρα πρωί, 31 του μηνός αυγούστου

.

όμορφη καλημέρα. σ’ ένα καλοκαίρι, που όπως όλα, δε θέλει να φύγει. ούτε βιάζεται. είναι το φθινόπωρο σου λέει ανυπόμονο. και χαρούμενο που πιάνει δουλειά. το καλοκαίρι, το ‘χει δηλώσει από καταβολής κόσμου: είναι τεμπέλικο. ανόρεχτο

.

αραχτό και χαλαρό. ό,τι και να του συμβαίνει. ή σχεδόν ό,τι...

.

σήμερα, θέλω να πιάσω στα χέρια μου μια λευκή κόλλα χαρτί. κι ένα καλοξυσμένο μολύβι, ν’ ανασάνω τη μυρωδιά του. να καθίσω με τον καφέ μου στη βεράντα, ακούγοντας το καναρίνι από δίπλα να μου λέει τα τραγούδια του. και να γράψω;

.

μπορεί και να γράψω. σημασία έχει ότι θα μείνω εκεί να σκεφτώ. ώρα πολλή. μειδιάζοντας ευτυχής. κι ούτε που ξέρω γιατί. ή μπορεί και να γνωρίζω, αλλά να μην έχω την παραμικρή διάθεση να το αναπτύξω μέσα μου. φτάνει τόση ανάλυση.

.

εκεί λοιπόν, παρέα μ’ έναν χρόνο που δε μετράει λεπτά, δίπλα σ’ έναν θεριεμένο ολοστρόγγυλο βασιλικό που σου καθαρίζει την ψυχούλα με την ευωδιά του.

.

στο νου μου, εικόνες, μνήμες, άνθρωποι. γεγονότα φωτεινά ή γκρίζα. πόση αληθινή αξία έχει αυτή η αρνητική ισορροπία που φέρνουν τα γκρίζα; αφορμή να παίξουν ομαλότερα μέσα μου τα αισθήματα.

χωρίς το παραμικρό κέφι για απολογισμούς. αυτοί γίνονται στο τέλος. στον καιρό που κυλάει ωστόσο, τέτοιο τέλος δεν υπάρχει...

.

στην άκρη του δρόμου, ένας εργάτης, σε μια οικοδομή, έχει πιάσει δουλειά. μερεμετίζει σωληνώσεις με καλέμια, κόφτες και σφυριά.

για άλλη μια φορά χαίρομαι που, δουλεύω με τα δάχτυλα και το μυαλό μου. την ψυχή γράψε καλύτερα. ίσως μόνο μ’ αυτήν. ξεκούραστα, θα μου πεις; είναι κι αυτό μια άποψη.

.

το χαρτί δίπλα μου παραμένει λευκό, ολόλευκο, πιο λευκό απ’ αυτό των απορρυπαντικών. καλά που Κάνει...

.

χτες, άλλαξα βήμα βήμα το περιβάλλον στα μπλοκ μου. εγώ παραμένω ίδιος; ναι και όχι. ωστόσο, η διάθεση μέσα μου, υπαγορεύει αλλαγές.

θέλει ν’ αδειάσει τη σελίδα.

μια σελίδα μπλοκ, άδεια από κείμενα, μπορεί να παραπέμπει σε απουσία. ή επιθυμία για ιδιώτευση.

.

για μένα, μια καθαρή –από αναρτήσεις– σελίδα, είναι μόνο υπόσχεση για νέα κείμενα. όταν, όποτε, κάθε φορά που, με φρέσκια ψυχή.

.

με φρεσκάρει άραγε ο σεπτέμβρης; μπορεί κιόλας. έτσι κι αλλιώς, κάποτε με το σχολείο, μετά στο θέατρο και τις άλλες δουλειές, συνήθισα να αντιλαμβάνομαι ως αρχή του χρόνου, πιο πολύ αυτό τον μήνα, παρά το τέλος του δεκέμβρη [που ωστόσο, φέρει τη δική του δυναμική].

.

καλημέρα από μένα. για κάθε ώρα. και για κάθε ξεχωριστή διάθεση. όπου κι αν είστε, να περνάτε καλά, κρατήστε τα όμορφα όσο ο καιρός προχωράει, χαμογελάστε που η κάθε μέρα, ο κάθε μήνας, μας φέρνουν τα καινούργια.

μην αναζητάτε κι απαιτείτε πάντα τα περισσότερα, αρκεστείτε στις απλές καθημερινές χαρές, που πολύ συχνά είναι

πολυτιμότερες απ’ όσο συμβαίνει να τις μετράμε. κι είναι γιατί έχουμε κακομάθει να τις θεωρούμε δεδομένες.

.

αλλά είναι;

.

*Ακούγονται: ||| 1– “Words”–“The Christians” ||| 2– “Despedida”–“Shakira” [“Love in the time of cholera”–o.s.t.] ||| 3– “Realejo”– [“Love in the time of cholera”–o.s.t.] ||| **η έκφραση “πιο λευκό απ’ αυτό των απορρυπαντικών” ήταν της Ρηνιώς Παπανικόλα...

.

εξαφανισμένος για μέρες, χαμένος σε καταστάσεις που δεν περίμενα πως θα βρεθούν μπροστά μου. τώρα χαμογελάω στα δύσκολα, μου χαρίζεται η δύναμη να κερδίζω αλήθειες και στοιχήματα που έχανα ξανά και ξανά.
θα χαθώ για λίγο ακόμη, όσο το δυνατό καλοκαίρι πλανάται γύρω μας.
αισθάνομαι την ανάγκη να σκύψω λίγο ακόμα μέσα μου γιατί βλέπω όμορφα πράγματα. μετά από την δυνατή καταιγίδα.
ευχαριστώ όσους στάθηκαν κοντά μου και μου απέδειξαν πως η ζωή κερδίζεται με μια δυνατή αγκαλιά και ανθρώπους που στέκονται πλάι και δεν τρομάζουν στα δύσκολα.

ξανά μαζί από Σεπτέμβρη σε επικοινωνία, να περνάτε καλά, και να εκτιμάτε τις ανόθευτες χαρές που ξημερώνουν κάθε μέρα, ο γιάννης
.
λίγο πριν το δεύτερο μεγάλο πόλεμο, ένα παιδί, ένα καλόψυχο παιδί που, γέλασε αντί να κλάψει στις πρώτες του στιγμές, γεννήθηκε στην Οία σε μια οικογένεια ναυτικού, ενός όχι πλούσιου ναυτικού που, αριθμούσε ήδη άλλα δυο παιδιά, όλα κορίτσια, σ’ ένα παράξενο παιχνίδι της μοίρας.
η γέννα ήταν δύσκολη, όλοι υπόσχονταν πως, η μάνα θα γεννούσε εύκολα.
.
κι εκείνη το ‘χε πιστέψει, αλλά παρόλ’ αυτά, άναβε τα καντήλια, ενός μικρού ξωκλησιού, αφιερωμένου στον Άη Νικόλα, που ‘χε αναλάβει να φροντίζει, η οικογένειά της, ακόμα κι ετοιμόγεννη, ενόσω περίμενε τον άντρα της να επιστρέψει στο νησί, για το ξεχειμώνιασμα. ακόμα κι ετοιμόγεννη, ανεβοκατέβαινε την ανηφόρα, αγκομαχώντας, όμως, δε το ‘βανε με το νου της τούτο για κακό, ούτε μια φορά…
.
αλλά τα γραμμένα των ανθρώπων είναι παράξενα… κι η γέννα, η πιο δύσκολη απ’ όλες, εξελίχτηκε σε δυστοκία, κοντέψανε να χάσουνε μάνα και παιδί μαζί, μέχρι κι η μαμή, ξέχασε όσα ήξερε –κι ήξερε πολλά– κι άρχισε τις προσευχές σταυρώνοντας τα χέρια δακρυσμένη…
.
κι ήτανε γραφτό, να ζήσουνε κι η μάνα και το παιδί, που όσο μεγάλωνε, με τα ξανθά του κοτσίδια και τα καταγάλανά του μάτια, σε μια μικρή κοινωνία μελαχρινών ελλήνων και, το σταρένιο του δέρμα, έφεγγε μιαν ομορφιά αλλιώτικη, ασυνήθιστη, λες κι ήτανε δώρο Θεού και Άγιου ταυτόχρονα.
κι όταν με το καλό έγινε ένα όμορφο καστανόξανθο κορίτσι, έφηβο ακόμα, πολλοί φάνηκαν να ‘ναι οι υποψήφιοι: μιλιούνια τα προξενιά κι οι προίκες, και πόσα παραπάνω θα ‘δινε ο καθένας τους για να την κάνει γυναίκα του. όσο νωρίτερα, τόσο και πιο σίγουρα.
.
αλλά το δικό της τυχερό, ήτανε ν’ αγαπήσει ναυτοπαλίκαρο. τόσο, που έστελνε μονάχη τα προξενιά της πίσω, και στη μάνα, στη μάνα μονάχα, μολόγησε το μυστικό νωρίτερα κι απ’ όσο πρόλαβε να τ’ αποφασίσει η ίδια:
η μάνα την άκουσε, την άκουσε προσεκτικά. τότε σκυθρώπιασε και θαρρείς σκέβρωσε στην ψάθινη καρέκλα της.
.
για το έθιμο μονάχα καληνυχτίστηκαν μάνα και κορίτσι, που τράβηξε για την στενή του κάμαρή. όμοια καθισμένη στην ίδια θέση, την ήβρε τ’ άλλο χάραμα τη μάνα, με μάτια να κοιτάζουν το τίποτα. κι έμεινε άγαλμα στη θέση της όταν την πλησίασε με τα φλυτζάνια του χοβολισμένου καιβέ. γιατί η μαντήλα τής μάνας έστεκε λυτή, σαν απ’ απότομο πένθος –ντάλα καλοκαίρι πια– κι από κάτω, η Μυρτώ διέκρινε τα πλούσια μαλλιά της μάνας, που ‘χαν ασπρίσει τα μισά, μέσα σε μια νύχτα.
.
ευχή –και μόνο ευχή– της έδωσε να μην τονε πάρει το ναυτικό, αλλά ο έρωτας, δε ξεχωρίζει πλούτο και φτώχια, σαν ανταμώσουνε μάτια με μάτια, οι άνθρωποι δένονται για πάντα, σα ζυγαριά μαντεμένια, που χάνει το ζύγι της και δείχνει ότι θέλει…
.
δεύτερη μέρα της Παναγιάς, έγινε ο γάμος, μαζεύτηκε για γλέντι τρικούβερτο όλο το χωριό, μόνο μάνα και πατέρας κλαίγανε, και το κλάμα τους συνέχισε εμπρός στο Μυστήριο, έτοιμος ο παπα Θύμιος να τους κάνει την παρατήρηση, παιδί παντρεύανε πια, δε το κηδεύανε, αλλά η νύφη, έλαμπε όσο ποτέ, έλαμπε σαν άγγελος.
ο γαμπρός ο Κωστής, γνώριζε την ευχή των γονιών, την απροθυμία τους να τον κάνουνε παιδί τους, μολονότι ήτανε χρυσό παλικάρι, ικανό, με ρώμη περισσή και φιλότιμο. φιλότιμο πάνω απ’ όλα.
.
αλλά, θες από δικό του λάθος, την έβαλε –πιο πολύ να τη δυναμώσει, να την κάνει να σταθεί στα πόδια της– την έβανε το λοιπόν, να του υποσχεθεί να μη λιγοψυχήσει ποτέ της, ούτε μια στιγμή, και κείνη –το κορίτσι που έστεκε ολόρθο και σιωπηλό, όταν βασίλευε ο ήλιος– συμφώνησε μ’ ένα νεύμα και μια φράση, μια κουβέντα μονάχα:
“αν λυγίσω, αν λυγίσω, έστω και μια φορά, για μια ανάσα, να μη ξαναδώ ηλιοβασίλεμα στο νησί”.
.
τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, το κορίτσι έγινε μάνα, ανάστησε τέσσερα δικά τους παιδιά, δυο αντράκια και δυο τσούπρες, και πάντα περίμενε υπομονετικά το χειμώνα, ως να επιστρέψουν οι θαλασσινοί, να γυρίσει κι ο Κωστής, να χαρεί κι αυτή, τον άντρα της, τον έρωτά που δε λιγόστευε μια σταγόνα μέσα της.…
.
…και θα ‘τανε το πιο μικρό κουτσούβελο –ο βενιαμίνος της στην τετάρτη του δημοτικού, που του ‘χωσε μια φούχτα ολόκληρη πιπέρι στο στόμα, κι ένα χρόνο δανειζόταν από εξαδέλφες, να νοστιμίσει φαγητό, όταν εκείνο της ανακοίνωσε με περισσή περηφάνια, ότι θα γίνει ναυτικός, όπως κι ο πατέρας του.
στους καιρούς που μεσολάβησαν, η πάντα όμορφη Μυρτώ, είχε χάσει παππούδες, τη γιαγιά της, τη μάνα και τον πατέρα.
οι γειτόνισσες ήταν τώρα, οι μόνες στενές της συγγένισσες. στις καλές στιγμές και στις δύσκολες, αυτές τις μεγάλης ερημιάς, που δε καταλάγιαζε μέσα της κι ο βοριάς λυσσομανούσε τις νύχτες, πλημμυρίζοντάς την με τρόμο, τρόμο για κείνον, που έπλεε σε άγνωστα νερά και φουρτούνες, που δε μολόγαγε ποτέ.
.
δε σταμάτησε να φροντίζει το ξωκλήσι του Άγιου, να το ασβεστώνει κάθε τόσο, να προσεύχεται, ν’ ανάβει καντήλια και κεριά, να τάζει τα χρυσαφικά της –μόνο τη βέρα της άφησε– και κάθε απόγευμα, πριν το ηλιοβασίλεμα που λάτρευε να βλέπει από την μικρή αυλίτσα του ξωκλησιού, του κοσμικού μοναχισμού της.
.
κι ένα απόγευμα, αφού κόπιασε να κλειδώσει με το σκουριασμένο από ανέμους κι αρμύρα μάνταλο, στράφηκε προς τη δύση.
.
τότε ήτανε. τότε που ένιωσε μια ψύχρα. μιαν απότομη φθινοπωρινή ψύχρα. κι ένα ρίγος, ρίγος πρώιμου χειμώνα, τη διαπέρασε ως τα σώψυχά της, της ύγρανε τα κόκαλα ως τα μεδούλια, δεν ήτανε πια κορίτσι, κι ας κράταγε την ομορφιά της, δεν ήτανε πια τόσο νέα, κι ας έστεκε ολόρθη, καθώς περπάταγε στα στενά καλντερίμια.
.
κι έκανε τη λάθος σκέψη, την αποκοτιά, την πιότερη λάθος στιγμή. γιατί είχε πατήσει το λόγο που ‘χε δώσει στον Κωστή της.
“χειμωνιάζει, κι ακόμα να γυρίσουν. δεν αντέχω άλλο Άγιε μου, κουράστηκα να περιμένω τόσα χρόνια, στέγνωσα να ζω μονάχη, ξεράθηκε το μούτρο μου απ’ τους ανέμους. και το φόβο… και το φόβο”.
αυτά είπε μονάχα, μουρμουρίζοντας σιγά –σα να μην ήθελε να τ’ ακούσει ούτε η ίδια– και στράφηκε να δει το ηλιοβασίλεμα.
.
και τα μεγάλα γκρίζα –πια– μάτια της, παρέμειναν ορθάνοιχτα, ούτε κι εκείνη μπορούσε να πει για πόση ώρα.
αλλά… τα χρώματα, τα χρώματα της δύσης, ο ήλιος που βούταγε στο πέλαγο, άρχισε να στραγγίζει από χρώματα.
χρειάστηκαν λίγα μόνο δυο ανάσες καιρός, να καταλάβει γιατί συνέβαινε αυτό.
είχε απλά αθετήσει το λόγο της. λιγοψύχησε· όλα γύρω γίνονταν γκρίζα, σα τις φωτογραφίες, σα τις μαυρόασπρες ταινίες, που ανέβαζαν μια στις τόσες –τα καλοκαίρια μονάχα– που μάζευαν τον κόσμο στα καφενεία, να παίξουν μια στον κενηματόγραφο.
.
δε το ‘πε πουθενά. ούτε στον άντρα της, όταν λίγες μέρες μετά, επέστρεψε, φορτωμένος δώρα για κείνην και τα παιδιά τους…
χάρηκε μονάχα τον ερχομό του, το μεταξωτό τόπι που της ήφερε να κόψει όμορφο φουστάνι, δεν ένιωνε αν ήτανε πράσινο ή γκρίζο, ούτε το περιδέραιο αν ήτανε από χρυσάφι ή μπακίρι τούρκικο.
έκρυψε μονάχα τι μυστικό της, έναν ολάκερο χειμώνα, τον πιο δυστυχισμένο της.
κι όταν βγαίναν έξω για καμιά γιορτή ή κανένα γλέντι, πράσινο της έλεγε να ντυθεί, γκρίζο φόραγε κείνη.
.
κι ο Κωστής, θάρρησε ότι η γυναίκα του είχε κουραστεί από παιδιά και μοναξιά, με δάκρυα κρυφά, την αποχαιρέτησε με το που έσιαξε ο καιρός, κι ετοιμάστηκε να ξαναφύγει όσο δεν τους έκανε καιρό.
.
…κι η Μυρτώ, η βαριόμοιρη Μυρτώ, μ’ ένα πλάκωμα στο στήθος, τον χαιρέτησε, κουνώντας ένα μαντήλι, που θαρρούσε για λευκό, αλλά ήτανε κίτρινο κι αυτό.
.
μόνο το ίδιο απόγεμα, που έτρεξε στον Άγιο Νικόλα της, να ανάψει καντήλι και κερί. και να κλάψει. να κλάψει το παράπονο ενός χειμώνα, που ‘κανε τη θεατρίνα μπρος στον άντρα της. κι όλον τον κόσμο γύρω.
.
κι όταν γέμισαν φλογίτσες τα καντήλια, πήρε να φλογίσει δυο κεριά ανακατεύοντας την άμμο ένα κι ορφανό μανουάλι.
αλλά δεν άντεξε. με το κερί να στάζει καυτό στα δάχτυλα, δεν ευχήθηκε για κείνη ούτε μια λέξη.
μόνο για τον Κωστή της, ευχήθηκε μ’ όλο της το σώψυχο: να ‘ναι καλά, να γυρίσει πάλι γερός. να ‘χει καλά ταξίδια.
.
κι ώσπου να ξανανοίξει τα μάτια να ξεθολώσουν απ’ τ’ αλμυρό της κλάμα, ούτε που πρόσεξε, πως η –από καρδιάς ευχή της– γήτεψε την παλιά υπόσχεση.
κι όταν γύρισε στο σπίτι μονάχα, πρόσεξε το κόκκινο στ’ ανοιξιάτικα γεράνια που, κάποτε είχε κλέψει από σπίτι ευτυχισμένο, για να ‘ναι και το δικό της τέτοιο, νιόπαντρη ακόμα, να μη το δέρνουνε τα βάσανα, να καρπίσει ικανά κι όμορφα παιδιά, να ‘χουν όλοι τους υγεία.
και λύγισε στην πεζούλα της. και ξανάκλαψε γοερά. αλλά τούτη τη φορά, ήτανε από χαρά.
.
* η ιστορία της Μυρτώς, θα μπορούσε να ‘ναι τοπικός μύθος, που λέγεται σα παραμύθι σε μεγάλους και παιδιά.
αλλά, γράφτηκε πριν μερικές μέρες…
__________________________________
.
** κι είναι η πρώτη προδημοσίευση [σε πρώτη γραφή] του τρίτου μου μυθιστορήματος –απόλυτα σύγχρονο κατά την υπόθεσή του– ωστόσο, τον τίτλο του, δεν επιτρέπεται για πολλούς λόγους, να σας μαρτυρήσω από τώρα…
.
.

Μάτια που ανασαίνουν φως και χρώμα

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Ένα καράβι άφωνο στη μακρινή θέα του νησιού

.Ημερολόγιο ταξιδιού

Η παλιά ιστορία της Μυρτώς

Η ιστορία της Σαντορίνης

Χάρτες της Σαντορίνης

Το ηφαίστειο

Προτάσεις

Έγραψαν για τη Σαντορίνη

Λινκς

Εκδόσεις

.

.
πώς –άραγε– να ξεκινήσει κανείς, ένα μακρύ, ολοκληρωμένο οδοιπορικό που να αναφέρεται στη Σαντορίνη;
είναι η δύσκολη στιγμή που, τα δάχτυλα ακουμπούν μουδιασμένα σχεδόν στα πλήκτρα –κι απορείς με τον εαυτό σου που– ενώ έχουν γράψει αμέτρητα κείμενα, νιώθεις σα να πιάνεις για πρώτη φορά πληκτρολόγιο, η σκέψη σου βρίσκεται ακόμα εκεί, βοηθάει αυτό, αλλά και πάλι, δεν ξέρεις πώς να ξεκινήσεις.
.
μια σκέψη –μια ξαφνική επιθυμία– ήταν η αρχική επιθυμία. άμεσα, κλείστηκαν εισιτήρια, δωμάτιο.
.
το ξεχωριστό αυτό νησί, σε κρατάει μακριά του, γιατί υποπτεύεσαι πως είναι ακριβό. μύθος. απίστευτος μύθος. κι επισκέπτεσαι, ένα πλήθος άλλα, όμορφα το καθένα με τον τρόπο του.
.
αλλά η σαντορίνη,
σε περιμένει. μέσα στα όνειρά σου, μέσα στα πιο ισχυρά σου “θέλω”.
ώσπου, ένα ζεστό απόγευμα, η απόφαση, δεν ακολουθεί την λογική, περιττή λογική σ’ αυτή την περίπτωση.
μόνο το συναίσθημα.
.
και φεύγεις. για ένα όνειρο –όνειρο μέσα σ’ έναν υπαρκτό κόσμο– που περίμενε πολύ μέσα σου. όσα κι αν σημαίνει αυτό το πολύ σου.
.
τότε, δεν κοιτάς πορτοφόλια. δε θέλεις να μαζέψεις πράγματα στη βαλίτσα.
.
απλώς, φεύγεις.
.
καλό μας, ταξίδι λοιπόν.
.
σε σας από δω, για μένα που, μόλις γύρισα, άλλη μια φορά.
σαν το πιο όμορφο τραγούδι,
που ερωτεύεσαι από την πρώτη του κιόλας ακρόαση.
.
και για πάντα.
.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η σελίδα αυτή, που μόλις άδειασε, θα γεμίζει καθημερινά από κάτι καινούργιο. όχι ανάποδα, όπως συνηθίζουμε στα μπλογκς, αλλά σαν ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που διαβάζεται με την σωστή σειρά του.
είναι σκόπιμο αυτό…

.

* To τραγούδι που ακούγεται είναι “To πέρασμα” από τον τελευταίο του προσωπικό δίσκο “Νεροποντή”, κι είναι ντουέτο με τη μοναδική Σόνια Θεοδωρίδου
.

δεν μπορώ να φανταστώ, τις επιθυμίες σας για ένα ταξίδι στο αιγαίο.ωστόσο, η δική μου προτίμηση, είναι να χρησιμοποιώ πάντα το πλοίο της γραμμής –όπως λέγαμε παλιά– το μεγάλο καράβι, αυτό που αργεί περισσότερο.κι αυτό, εσκεμμένα: αν δεν χορτάσω όσο μπορώ παραπάνω το αιγαίο, κάτι μου λείπει. ευτυχώς, οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες, έχουν πια βελτιωθεί –όχι στο μέγιστο βαθμό– θα μπορούσαν να ‘ναι καλύτερες ή και χειρότερες.το μη χείρον βέλτιστον λοιπόν, αφού βούλιαξαν πρώτα κάποια, θα μπορούσα να σας αναφέρω τα καλύτερα και τα χειρότερα καράβια, αλλά αυτό, ενέχει νομικούς κινδύνους, τα καλύτερα τα γνωρίζετε, όπως και τα χειρότερα….μέσω θαλάσσιας οδού, μπορείτε να ταξιδέψετε με δυνατότητες επιλογής λιγότερων ή περισσότερων ωρών..
σ’ αυτήν την περίπτωση βέβαια, αν είστε καπνιστής/-στρια, ενημερωθείτε για το αν μπορείτε να καπνίζετε και πού.
εγώ, δύο μέρες πριν την [φασιστίζουσα, όπως κάθε συνολική] γενική απαγόρευση του υπουργείου υγείας, δεν είδα ειδικούς χώρους διαμορφωμένους για καπνιστές. πότε περιμένουν να τους δημιουργήσουν, όταν –όπως συνέβη σε άλλες δυτικές χώρες– αρχίσει το γρονθοκόπημα περί καπνιστών και αντικαπνιστών;
μένει να το δούμε κι αυτό.
.
το καράβι, ξεκίνησε πρωί, η θαλάσσια διαδρομή υπέροχη, οχτώ ώρες ταξίδι, πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε.
πιείτε καφέ, αγοράστε τα διατιμημένα νερά, αλλά αποφύγετε τα μπαρ, θα σας χρεώσουν τον κούκο αηδόνι, σε τιμές όμοιες μ’ αυτές της μαγευτικής Καλντέρας, και θα απορείτε στ’ αλήθεια το γιατί…
.
υπάρχει βέβαια, και η λύση του αεροπλάνου, αλλά να φτάσεις στον προορισμό σου, χωρίς να ‘χεις πάρει μια τζούρα ομορφιάς τής θάλασσας, θεωρώ, πως είναι κρίμα κι άδικο για τον ψυχισμό σας, οπουδήποτε κι αν πηγαίνετε.
μονάχα, βγάλτε εισιτήρια έγκαιρα, κι αποφύγετε να πάτε στα νησιά μας με το ιχ σας, υπάρχουν τακτικές συγκοινωνίες, μηχανές κάθε τύπου να νοικιάσετε, και τόσο υπέρογκο ναύλο, που κάνει ένα μέσο βαλάντιο, απλησίαστο.
.
Πάρος
..
Νάξος
.
Νάξος
..