

–Άσε αυτό το κομμάτι να παίξει. Είναι πολύ καλό.
–Το ‘χα στο νου μου από τη στιγμή που ξύπνησα.
–Πως αυτό;
–Είδα ένα όνειρο μυστήριο.
–Τι είδες;
–Δε μπορώ να θυμηθώ.
–Βρέχει πάλι σήμερα.
–Σήμερα, δε βρέχει απλά. Δε βλέπεις πως σκοτείνιασε ο ουρανός της Κυψέλης;
–Υπερβάλεις λίγο.
–Είναι που έρχομαι απ’ έξω.
–Και λοιπόν;
–Έχουνε πλημμυρίσει οι δρόμοι.
–Οκ, θα φτηνύνει και το νερό…
–Αυτό δε το λες.
–Είσαι απαισιόδοξος. Ούτε μια πλάκα δε σηκώνεις.
–Με τους λογαριασμούς δε κάνω πλάκα. Πάω μονάχα και τους πληρώνω. Χωρίς χαμόγελα.
–Στραβά ξύπνησες.
–Μια χαρά είμαι. Είναι που ήθελα να κατέβω στο κέντρο.
–Τι να κάνεις στο κέντρο;
–Να τριγυρίσω.
–Να συγκεντρωθείς να δουλέψεις, γιατί διάλεξες λάθος μέρα.
–Δεν έχω την παραμικρή διάθεση· σήμερα ήθελα να δω κόσμο.
–Καλά κάθεσαι και δω.
–Και μιλάω μαζί σου;
–Είμαι καλή παρέα. Μπορούμε να κουβεντιάσουμε.
–Για ποιο ζήτημα.
–Ζητήματα να θες. Έχεις πρόβλημα;
–Πρόβλημα όχι. Διάθεση δεν ξέρω αν έχω.
–Για να μου μιλάς, έχεις.
–Μη το λες.
–Το λέω. Από το δρόμο ξεκίνησες.
–Όχι.
–Μη μου λες εμένα ψέματα. Δε μπορείς.
–…
–Να προσέχεις μονάχα.
–Τι;
–Μη σου γίνει συνήθεια.
–Το να μιλάω με τον εαυτό μου; Ποιο είναι το κακό;
–Να το κάνεις φωναχτά.
–Δε το κάνω ποτέ φωναχτά.
–Μη καταλήξεις εκεί…
.
–Συμμετέχεις κι εσύ.
–Εσύ τ’ αποφασίζεις.
–Όλοι το κάνουμε.
–Όχι όλοι. Πολλοί, ναι.
.
–Το καλό είναι πως σ’ έναν τέτοιο διάλογο, κάνεις δε θα συμβεί να μπερδέψει ούτε μια στιγμή τα πρόσωπα.
–Στην αρχή θα μπερδευτούν.
–Εσύ θα φταις.
–Σταμάτησε η βροχή.
–Ναι σταμάτησε. Αλλά θα ξαναρχίσει.
–Είναι το πρώτο πράγμα που μας κάνει να συμφωνούμε σήμερα.
–Ίσως υπάρξουν κι άλλα.
–Δε το βλέπω. Δεν αφήνεις τίποτα να πέσει κάτω.
–Δεν ειν’ έτσι.
–Εύκολα το λες. Αλλά είναι ίδιον του χαρακτήρα σου.
–Άσε το χαρακτήρα μου πρωί πρωί.
–Άκου να δεις· εγώ δεν έρχομαι για λόγο άσχετο. Εσύ με φέρνεις. Και ξέρεις γιατί.
–Δεν έχω ιδέα.
–Θέλεις πότε πότε να μιλάς με την κρυφή σου πλευρά.
–Δεν έχω εγώ κρυφή πλευρά.
–Πρόσεχε πως μου μιλάς.
–Με προκαλείς.
–Καλά θα κάνεις να το πάρεις απόφαση· κι όποτε έρχομαι να μ’ αναγνωρίζεις.
–Έμπλεξα. Θ’ ασχοληθώ με το γάτο μου. Θα μπορούσες και να φύγεις.
–Αδύνατο. Φεύγει ποτέ η σκέψη σου;
–Συχνά πυκνά.
–Σε τι;
–Σε εικόνες.
–Κι αυτές μαζί τις φτιάχνουμε. Παρακάτω…
–Δεν έχει άλλο.
.
–Συγκεντρώσου. Τι είδες στον ύπνο σου;
–Δε θυμάμαι· έναν ουρανό.
–Πάλι ουρανό; Σιγά την πρωτοτυπία.
–Δεν ήτανε μονάχα αυτό.
–Τι άλλο.
–Κάτι πουλιά.
–Πετούμενα;
–Όχι.
–Και τι έκαναν. Περπατούσαν;
–Δεν είναι παράξενο. Στην πόλη, συχνά τα πουλιά περπατάνε στα πεζοδρόμια.
–Ώσπου να τ’ αρπάξει καμιά αδέσποτη γάτα. Πεινάνε.
–Εκεί τα καταντήσαμε κι αυτά.
–Αλλοτρίωση.
–Δεν είναι φτιαγμένα για να ζούνε στα τσιμέντα.
–Τα δικά σου περπατούσαν τελικά;
–Όχι στέκονταν.
–Πού.
–Σε κάτι σύρματα.
–Του ηλεκτρισμού;
–Δε θυμάμαι.
–Και τι άλλο.
–Κοίταζαν τον ουρανό. Το καθένα μπροστά. Το καθένα στον κόσμο του.
.
–Να σε ρωτήσω…
–Όχι.
–Αισθάνεσαι μοναξιά;
–Ποιος δεν αισθάνεται μοναξιά;
–Θα συμφωνήσω, μου φαίνεται.
–Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει.
–Κυριολεκτικά.
–Υπάρχουν στιγμές που μένουμε μόνοι.
–Πως το αντιλαμβάνεσαι αυτό;
–Όπως το λέω. Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε μοναξιά. Όσους ανθρώπους και να ‘χουμε γύρω μας. Ή μαζί μας.
–Σε πειράζει αυτό;
–Καθόλου. Συχνά επιβάλλεται. Μόνο να.
–Πες το.
–Καμιά φορά είναι παραπανίσιο.
–Αυτό είναι αναπόφευκτο.
–Θα ήθελα να ορίζω καλύτερα τη σκέψη μου.
–Αυτό δε γίνεται.
–Με διακόπτεις.
–Γι’ αυτό είμαι δω.
–Λάθος.
–Λάθος έχεις εσύ. Εμένα με φώναξες για να σε διακόπτω.
–Παίρνεις πρωτοβουλίες.
–Έτσι είναι το μυαλό. Αυτομολεί συχνά.
–Καλά δε πράττει;
–Όχι· αυτό λέω: θα ‘θελα να το ορίζω εγώ.
–Μη φλυαρείς στο άσχετο. Αυτό που γράφεις δεν είναι ανάρτηση. Καταντάει πια σενάριο.
–Μπορεί να ‘ναι κιόλας.
–Τι σε κάνει να το νομίζεις.
–Τίποτα. Μ’ αρέσει να πειραματίζομαι.
–Να στρωθείς στο αντικείμενό σου.
–Δεν είναι συγκεκριμένο.
.
–Αυτό να το προσέξεις. Καταλήγει να ‘ναι πρόβλημα.
–Ποιο, το πείραμα;
–Δε μιλάω γι’ αυτό· απλά πετάς από κουβέντα σε κουβέντα.
–Συμβαίνει αυτό. Αξίζει να ‘μαστε τόσο αυστηροί στους τύπους;
–Όταν κουβεντιάζεις με τον εαυτό σου, ναι.
–…
–Γιατί σώπασες;
–Ξανάρχισε η βροχή.
–Στάματα ν’ ασχολείσαι με τη βροχή. Έχεις κολλήσει.
–Είναι που την ακούω να μουρμουράει. Στις τέντες.
–Και τι σου λέει;
–Να κατέβω στο κέντρο.
.
–Αυτή τη στιγμή ρίχνει και χαλάζι; κι είσαι κρυωμένος. Θα γίνεις χειρότερα.
–Πέρασε σχεδόν αυτό.
–Και πώς φαντάζεσαι τη βόλτα σου;
–Θα πάω να πιω έναν καφέ.
–Μόνος;
–Και τώρα μόνος είμαι.
–Μη το λες. Θα ‘ναι κόσμος σε παρέες, και συ σα το μαγκούφη.
–Δε το σκέφτηκα έτσι.
–Ούτε να διαβάσεις δε μπορείς. Θα σε πιάσει αμηχανία.
–Δε με ξέρεις καθόλου καλά. Θα ‘μαι μια χαρά. Θα καθίσω πλάι σε μια τζαμαρία· θα χαζεύω τους περαστικούς.
.
–Εσύ δε θέλεις και πολύ να βρεις παρέα. Μιλάς μ’ όλον τον κόσμο.
–Ναι.
–Παλιότερα δε το ‘κανες αυτό.
–Όχι σε τέτοιο βαθμό.
–Είναι ανάγκη;
–Όχι, επιλογή.
–Και τι σου φαίνεται να επιλέγεις.
–Να χαμογελάω συχνότερα.
.
–Πες μου τι φοβάσαι, τώρα που ζεσταθήκαμε.
–Ποιος ζεστάθηκε.
–Στο θέμα μας. Γιατί άλλαξες συμπεριφορά;
–Συνέβη.
–Προβλήματα;
–Και περιπέτειες. Που έρχονται από το πουθενά. Πάντα θα υπάρχουν. Το θέμα είναι να μη τα μεγαλώνεις.
–Το ‘χεις φιλοσοφήσει;
–Δε γνωρίζω. Αλλά μου υπόσχομαι να προσπαθήσω.
–Τι φοβάσαι;
–Τις στιγμές· τις καθημερινές μικρές στιγμές· που στήνουν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής. δε θέλω να περνάνε χωρίς συνείδηση.
–Νωρίτερα, στην είσοδο της πολυκατοικίας, έπιασες κουβέντα με την καθαρίστρια.
–Ήτανε για τη βροχή.
–Και τι σου μπορεί να σου προσφέρει μια ξένη γυναίκα, ένα άσχετο πρωί.
–Την καλημέρα της.
–Και την έκπληξή της· που κάποιος της έπιασε την κουβέντα.
–Εκεί καταλήξαμε: να ξαφνιαζόμαστε με τη διάθεση για επικοινωνία; να ζούμε τη μισή ζωή μας σιωπηλοί.
–Αυτό άλλαξες εσύ;
.
–Αυτό, ναι.
–Δεν ακούγεται κακό.
–Το αντίθετο· συμβαίνει να περνάς και καλά.
–Να σε ρωτήσω κάτι;
–Έλα, ρώτα.
–Έχεις ώρα να καπνίσεις.
–Ξεχάστηκα με την κουβέντα.
–Καπνίζεις αβέρτα.
–Δε το ελέγχω. Αλλά θα ‘θελα.
–Όταν θες κάτι, απλά το κάνεις.
–Δεν είν’ έτσι.
–Και πως είναι;
–Πολλά θέλουμε να κάνουμε· αλλά δε μπορούμε.
–Όλα τα μπορούμε.
–Τι δε μπορείς εσύ;
–Δε θέλω να πω.
–Μεταξύ μας μιλάμε. Πες.
–Δε θέλω να τρέχει το μυαλό μου στις χίλιες στροφές. Δε θέλω να αισθάνομαι τόσα πολλά. Κι όταν ξαπλώνω το βράδυ, δε θέλω να ‘χω αρνητικές σκέψεις, θα μ’ άρεσε να σκέφτομαι μόνο θετικά, να λέω ότι, σήμερα έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να ζήσω καλά…
–Και τι άλλο.
–Ότι κι αύριο, θα προσπαθήσω να ‘μαι καλύτερος.
–Και θα ‘σαι;
–Πιθανότατα όχι.
.
–Τα ξεφούρνισες όλα μαζί τώρα.
–Δε θέλω να πονάω εύκολα. Δε θέλω να θυμάμαι διάφορα.
–Λες αλήθεια;
–Όχι.
–Τότε τι;
–Θα πούλαγα την ψυχή μου.
–Με τι αντάλλαγμα.
–Να ‘χω μέτρο.
–Μέτρο σε τι.
–Σε όλα.
–Αυτό δεν υπάρχει. Το μέτρο είναι σχετικό για τον καθένα.
–Εγώ είμαι ο καθένας μου.
.
–…
–Τώρα δε μιλάς.
–Σαν τι θα φανταζόσουν ότι θ’ άκουγες.
–Τίποτα. Ίσως μια πρόταση· μια λύση.
–Δεν μπορώ να σου προτείνω λύσεις. Να τις βρεις εσύ. Μόνος σου.
.
–Και τώρα μόνος μου είμαι.
–Μη το μπερδεύεις, με κούρασες. Και να σου πω, γιατί χαμογελάς τελικά;
–Μπορεί και να ‘χω στ’ αλήθεια καλή διάθεση.
–Είσαι ανισόρροπος.
–Ίσως.
–Μ’ έχεις πάρει στην πλάκα σήμερα.
–Χρειάζεται κι αυτό...
.
–Με χρειάζεσαι τίποτ’ άλλο;
–Βαρέθηκες;
–Όχι. Να με φωνάζεις συχνότερα, να μιλάμε γι’ άσχετα.
–Τελικά μου ‘κανες καλό.
–Δε το κατάλαβα.
–Είναι μοιραίο.
–Πότε θα ξαναμιλήσουμε;
–Σύντομα.
–Όταν λέμε ‘σύντομα’;
–Όταν υπάρξει η αφορμή.
.
–Αν βγεις έξω να ντυθείς καλά. Χειμωνιάζει.
–Δε χειμωνιάζει. Είναι που μεγαλώνω· και με πειράζει λιγάκι η υγρασία.
–; ))
–; ))
.


































