"Επένδυσε στην άνοιξη"

Αισθάνομαι ότι έφτασε η κατάλληλη ώρα, να οργανώσουμε εκτός από συσσίτια για τους αστέγους, να συγκροτήσουμε γκρουπ-θέραπυ καταστάσεις για απεγνωσμένους. Κι αν είναι άξιο ας πάρει διαστάσεις κινήματος μεγέθους αγανακτισμένων και βάλε.
Να μαζευόμαστε σε πλατείες ή σε ταράτσες –ακόμα βολικότερο, κοστίζει όσο κοινόχρηστο ρεύμα καίει ένα ασανσέρ- ο καθένας φρόνιμα με το κατιτίς του –φαΐ θέλει, να πιεί θέλει, δεχόμεθα και περαιτέρω προτάσεις- και να εκδηλωνόμαστε με τρόπο ελεύθερο. Κι όπως μας βγει;

Κι όχι βεβαίως για να βροντοφωνάξουμε συνθήματα και τα όμοια. Ένα «είμαι Έλληνας κι είμαι καλά» ψιλοαρκετό το βρίσκω, ώσπου να αρχίζουμε ν’ αλλάζουμε καλημέρες/καλησπέρες εκεί, στους χώρους συνάθροισης και να μοιραζόμαστε.

Να μοιραζόμαστε τι; Βάλε ό,τι θες στο ρεπερτόριο, δε θα σου αρνηθώ το γεγονός, ότι το να ζει κανείς ποιοτικά, δεν αναφέρεται τόσο στο –όποιο απέμεινε- πορτοφόλι, αλλά στην επιλογή και την καρδιά. Εκείνη είναι αυτή που θα σου ψιθυρίσει τον τρόπο, να επενδύεις στη ζωή σημαντικά.
Γιατί μπορεί να ζυγίζεις ως πλας μπαναλιτέ το κίνημα της πατάτας, επειδή είσαι σε διατροφή –ή έτσι λες στους μη γνωρίζοντες την ερωτική σχέση ανάμεσα στις νυχτερινές κυρίως νευρώσεις σου και το ψυγείο- ή να μην επικροτείς το υπό ανάπτυξη κίνημα των κτηνοτρόφων, γιατί η έννοια αρνί κατατάσσεται μέσα σου τόσο αποφευκτέα, όσο και το να επενδύεις στο μελλοντικό καρδιαναπνευστικό σου, αλλά δε μας τελειώσαν δα κι οι ιδέες:

Να το θέσουμε λοιπόν εκ νέου στα ως τώρα δεδομένα του: Μαζευόμαστε όπου δη, λέτε και προτάσεις, μη ξεμένουν άδεια τα κουτιά των σχολίων, παρακάτω σ’ αυτή τη σελίδα. Απ’ το δικό μας κουτί και μικρόκοσμο αρκεί να βγούμε, και τιποτ’ άλλο. Κατεβάζουμε και πέντε καρέκλες -του γύφτου, μη φανταστείς και τίποτε Λουί Κενζ, που λέει ο λόγος- σα τους λατρεμένους μου της τρίτης ηλικίας στο Πεδίον του Άρεως που στήνουν και απολαμβάνουν τα δικά τους τάβλια και λοιπά επιτραπέζια – στο πάρκο το γνωστό, που ολημερίς το στήνανε, μέχρι που ξανάνοιξε και μας περιμένει κι ας οργανώσουμε:

Δημόσιες συζητήσεις ακόμα και σε μικρά πηγαδάκια, όπως κάνανε παλιά οι μπριόζοι που στήναν τα πολιτικά κους-κους μπινελίκια τους παλιότερα στην Ομόνοια, καιρό έχω να περάσω αλήθεια με το πόδι και δεν έχω νέα τους.
Εμείς, θ’ ανανεώσουμε το θεσμό και τη θεματική. Δημοφιλή ζητήματα από το νόμισμα, που θα επιθυμούσαμε να μετράμε την πενία μας, μέχρι το πόσα επί τοις εκατό λιπαρά ή γεύσεις φρούτου, πρέπει να ‘χει το γιαούρτι που δε τρως, αλλά χαίρεσαι να παρακολουθείς σε διαδρομές εναέριες, ευτυχώς συνήθως, χωρίς εύκαιρο ινόξ κουταλάκι, -μικροέπιπλα κι άλλες οικιακές συσκευές εννοείται ότι οφείλουν να μένουν στις θέσεις τους- θα καταντούσαμε Μαντ Μαξ κι είναι ψιλοντεμοντέ το μούσι, οπότε προσωπικά δε με συμφέρει κιόλας, έληξε.

Από την άλλη, δε θα μείνουμε στις κουβέντες. Θα εκδηλώσουμε αλληλεγγύη, εκτονώντας νεύρα, παράλληλα με την αναπτυσσόμενη επικοινωνία. Επενδύεις εξάλλου και στην άνοιξη, το ‘παμε και στον τίτλο, σήμερα. Είσαι μόνος/η κι εξαιρετικά άνεργος/η; βρες το καινούργιο σου ταίρι, μπορείς να αλληλοσυνδυαστείς με το ανάλογο υπαρκτό ή ανύπαρκτο- εισόδημα που έχει να δηλώνει το επικείμενο ταίρι σου. Μέχρι εθνικογκρεμίσματος βλέπεις, η δημοφιλέστερη ερώτηση στα τύπου φλερτ ήταν τα περί ζωδίου και ωροσκόπου, ή καλλιτεχνικών προτιμήσεων. Τώρα η πρώτη απορία εκφράζεται φόρα-παρτίδα στην πρώτη ευκαιρία ή την εξερευνάς υπογείως μέσα από μια τάχα μου κουβέντα για κοινά ενδιαφέροντα και σπουδές. Παιχνίδι να γίνεται, που λέει ο λόγος.
Κι αν καταλήξουμε να ανταλλάσσουμε υπηρεσίες εκτός από χρήματα, ας γίνει με την αρμόδια οργάνωση, που εγγυάται κοινωφέλεια: Φωνάζεις τον κομμωτή σου να σε κουρέψει κι έχεις σκοπό να τον αποπληρώσεις σε αντίτυπα βιβλίων πρώτης κυκλοφορίας, αν συμβαίνει να ‘χεις τέτοια στα ράφια των βιβλιοπωλείων; Δε το κάνεις πριβέ, φωνάζεις και τρεις φιλες που θέλουν να πάρουν τις άκρες κι ας μην είναι συγγραφείς. Η μια θα σου φέρει ένα καινούργιο κινητό αμεταχείριστο, που το ‘χε παλιότερα για να απομνημονεύσει τις εξομολογήσεις έρωτος με ημερομηνία ενάρξεως και λήξεως κοντινή και θα σου πει, ότι θέλει να της φιξάρεις λίγο τα πλαινά. Η δεύτερη θα σου φέρει ένα μπουκάλι λαδι εξ Κορίνθου –είχε και λίγο σογιέλαιο γνωστής αλυσίδας το μπουκάλι μεταφοράς, να πήγαινε χαμένο;- και θα ζητήσει κούρεμα αγορέ, να μη σηκώνει παραπανίσια επένδυση αφρού, στα ύψη σου λέει δείχνουν να ‘ναι τα σαμπουάν σ’ αυτή τη χώρα. Η Τρίτη τότε φίλε κομμωτή –ακούει ο Αλέξανδρος;- μου, θα φροντίσουμε να ‘ναι γνωστή, επίσης και τρέχουσα πρωταγωνίστρια. Σου δίνει το κινητό της κι αποκτάς «ατέλεια» θεάτρου μ’ ένα sms, χωρίς ραδιοφωνικό διαγωνισμό. Λίγο το ‘χεις; Κανένα ευρουδάκι για την ταξιθέτρια, φτωχό κορίτσι είναι κι αυτή με παιδί στο Λονδίνο –ακρίβεια σου λέει!- για σπουδές κι από τα πουρμπουάρ, ίσα ΒΑρκα-ίσα νερά.

Κι αν δε μπορείς εφεξής να ξοδευτείς για κείνο το μεροκάματο της γυναίκας που έφερνε τα Σάββατα, κάνε το καλύτερο: Αντάλλαξε υπηρεσίες οικιακές. βάζεις μια καρμπονάρα εσύ για τέσσερις και ταξιδεύει η σκάφη με τ’ ασιδέρωτα για άλλο διαμέρισμα στον όροφο.
Αλλά για περαιτέρω ανταλλαγές υπηρεσιών και ιδεών, θα πούμε μια άλλη φορά. Ως τότε, ρίξτε ανάλογες ιδέες να κάνουμε ΚΑΙ κουβέντα. Αλλά να μη ξεχνάς, πως είναι άνοιξη εντός ολίγου. Κι αν συμβαίνει να τσαλαπατάς τη σημαδιακή ηλικία των 42 σαν εμένα, σκέψου πως έχεις έναν ολόκληρο χρόνο μπροστά σου, να απολαύσεις την ακμαιότερη εκδοχή του εαυτού σου, απ’ όσο θα ‘χεις να καταγράψεις στο μέλλον, που θα φορτώσει κι άλλο ο αριθμός. Και πάρ’ το χαλαρά απόφαση, ότι η ζωή δεν είναι το «Λόλα, να ένα μήλο, ουρανός γαλάζιος κι όλα σ’ έλεγχο». Εγώ θα συμφωνήσω όπως κάνω με την πολυαγαπημένη μας Νανά ιδιωτικώς, που απαντάει στην ερώτηση «τι κάνουν τα κορίτσια μας;» με το ανθεκτικότατο «τακούνια στον αέρα» κι αντιλαμβάνομαι καλώς.

Γιατί το πιο σημαντικό είναι να μην ξεχνάς να εκτιμάς όσα σου δόθηκαν από κόπο ή τύχη και κάποτε να πάψεις να μετράς, όσα σου λείπουν και δε σταματάς να ανατροφοδοτείς τη λίστα με ανάγκες. Αν επιμένεις σε αυτές, τότε υπολόγισε σωστότερα και ζήτα απ’ την καλή σου νεράιδα –Νανά ακούει;- να σου τα κάνει στόχους. Ταυτόχρονα, επίστρεφε στα πιο σημαντικά δικά σου.
Η άνοιξη, δεν έλειψε ποτέ από κανένα ραντεβού της, εσύ; Θα αμελήσεις ν’ αφεθείς;

Γιάννης Φιλιππίδης
giannisfilippidis@mylady.gr

Επισκεφτείτε τη Σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη
κι επικοινωνήστε μαζί του, εδώ:

Tα 5 προσωπικά βιβλία του, κυκλοφορούν από την «Άνεμος εκδοτική» www.anemosekdotiki.gr

«Το μέλλον του δικού μου Καραγκιόζη» • από το βιβλίο «Ένα προσωπικό θέατρο σκιών», έκδοση Βlack duck multiplarte, 11/2011

Θυμάμαι ελάχιστα από την πρώτη μου εμπειρία με το θέατρο σκιών. Ήταν όμως στη διάρκεια ενός σύντομου ταξιδιού της οικογένειάς μου στη μεγάλη πόλη, για κάποια κοινωνική υποχρέωση. Το πως βρέθηκα να παρακολουθώ παράστασή του, χάνεται σα πληροφορία. Επέστρεψα στη βορειοελλαδίτικη μικρή μας πόλη με τις εικόνες από τις φιγούρες του και τη μορφή ενός γλυκύτατου κύριου Ευγένιου, που συνέβη να γνωρίσουμε με τρόπο τυχαίο, όταν μοιραία άναψαν κάποια στιγμή τα φώτα, προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια.
Από τότε ξεκίνησε μια αναζήτηση ασυνείδητη στην αρχή και πιο επίμονη μετά, που μου πρόσφερε μέσα από τη στέρηση. Ήμουν ένα τυπικό παιδί της επαρχίας, που δεν είχε τη δυνατότητα να ‘ρχεται κοντά σε πραγματικές παραστάσεις. Στην ηλικία των πέντε όμως, το μακρύ χέρι του Καραγκιόζη, η απρόσμενη ειλικρίνεια της τοποθέτησής του απέναντι στα τεκταινόμενα, η κωμική πανάσχημη γυναίκα του, τα λαλημένα του παιδάκια, ο πολλά βαρύς κυρ Γιώργος κι όποιος άλλος πέρναγε από το μπερντέ, ήταν τα εισιτήρια για ένα μαγικό κόσμο θεάτρου που για μένα, υπήρχε σα πρόσβαση μονάχα μέσα από την οθόνη μιας φαρδιάς ασπρόμαυρης τηλεόρασης.

Δεν έμεινε όμως καθόλου εκεί. Μολονότι μακριά από κάθε είδους ευκαιρία αληθινής εμπειρίας παράστασης, βρέθηκα μπροστά σε μια επώνυμη εταιρία μπισκότων, που εκείνη την εποχή χάριζε μέσα από τα μεγάλα χαρτονένια κουτιά των συσκευασιών της, όλη τη βασική οικογένεια των προσώπων.
Τότε θυμάμαι να χρησιμοποίησα για πρώτη μου φορά συνειδητά, ψαλίδι. Στο σπίτι, αλλά περισσότερο στο δωμάτιο μου άρχισαν να συνυπάρχουν τα αγαπημένα ζωγραφιστά μου πρόσωπα, καινούργιες ιστορίες και σενάρια ξεπήδησαν από τους τοίχους, η φωνή μου πάλευε να μοιάσει με κείνην του κύριου Ευγένιου, που συνέχιζα ν’ ακούω μέσα από τις εκπομπές του.

Θα ‘χε περάσει αρκετός καιρός, ίσως και περισσότερος από ένας χρόνος, όταν μπήκε στο παιχνίδι κι ένας δίσκος βινυλίου, με τέσσερα μικρά μονόπρακτα, που επαναλαμβάνονταν καθημερινά με τέτοιο τρόπο που, μ’ έφεραν σε απροσδόκητη αντιπαράθεση με το μεγαλύτερό μου αδερφό, που τη συγκεκριμένη εποχή «μεγάλωνε» φοιτώντας στη δεύτερη τάξη του γυμνασίου. Δύσκολη θα πρέπει να ‘τανε για κείνον η συμβίωση μ’ ένα τόσο μικρότερο παιδί στην οικογένεια. Ένα παιδί, που ‘χε προλάβει να ονειρευτεί ότι θα ‘θελε να γίνει στη ζωή του Καραγκιοζοπαίχτης.
Ο δίσκος έγινε μικρά τρίγωνα θρύψαλα και γω επιφανής εχθρός με κείνον, που τον έσπασε στα γόνατά του, σε στιγμή ανεξέλεγκτου εφηβικού εκνευρισμού. Τότε προσδιόρισα ότι στις οικογένειες, δε συμβιώνουνε μονάχα οι αγαθότερες προθέσεις, αλλά κι άλλα συναισθήματα λιγότερο αθώα, όπως η αντιπαλότητα ανάμεσα στ’ αδέρφια ή τα όρια της καλής συμπεριφοράς των άλλων. Απογοήτευση μικρή ένιωσα, όταν προσπάθησα ν’ αντικαταστήσω το δίσκο και δε βρέθηκε άλλος σε κυκλοφορία, χαμογελώντας όμως στα σαράντα μου, μπορώ να υποθέσω ότι οι γονείς μου φρόντισαν έξυπνα να μη βρεθεί, αποφεύγοντας έτσι περαιτέρω παιδικούς καβγάδες ή ανεξέλεγκτη διάθεση χρήσης του πικ απ για τέτοιο σκοπό. Οι φιγούρες του Καραγκιόζη, αποσύρθηκαν με τον καιρό διακριτικά από την επιφάνεια, στο φόβο της περαιτέρω επέκτασης των επεισοδίων και γω ένιωσα την έννοια του ανικανοποίητου για δεύτερή φορά στη ζωή μου.

Το προσωπικό μου θέατρο σκιών ανέβηκε στο πατάρι, αλλά θα είχε το δικό του μέλλον. Το μεθεπόμενο καλοκαίρι, με θυμάμαι στην Πιερία, στ’ όμορφο δωματιάκι των ψαράδων που ‘χε φάτσα του τη θάλασσα του Θερμαϊκού και γέμιζε ένοικους μόνο τους θερινούς μήνες, το χειμώνα κατοικούσαν μόνα τους δίχτυα, παραγάδια, πανέρια και μεγάλοι φανοί νυκτός. Στην τσιμεντένια αυλίτσα του, προσπαθούσαμε τ’ απογεύματα να στήσουμε παραστάσεις. Μάταια παρακαλέσαμε για σεντόνι, δεν υπήρχε διαθέσιμο, οι μανάδες μας δεν έδειχναν καθόλου διαθέσιμες να συνεργαστούν. Ένα μπλε σκούρο στρώμα θαλάσσης γυρισμένο στο πλάι και πάνω σε καρέκλες, οριοθέτησε τη θεατρική υπόσταση του δρώμενου. Κι έτσι απρόσεχτα όπως χρησιμοποιούσαμε τις καρφίτσες για τη σύνδεση των μελών στις φιγούρες, το πως δε ξυλοφορτωθήκαμε ανάλογα είναι απορίας άξιο. Στο δίκαιο φόβο της μάνας, ότι θα τρυπήσουμε το στρώμα και θα ‘χουμε «άλλα» έλεγε κι έδειχνε τον αδερφό μου με το βλέμμα της, απαντήσαμε με μια σειρά από θεατρικές βραδιές, δε ξέρω πόσο ενδιαφέρουσες προέκυψαν μ’ ένα τσούρμο ηλιοκαμένα πιτσιρίκια, που προσπαθούσαν να «ερμηνεύσουν» σκυμμένα άβολα, εμείς πάντως, μια χαρά περάσαμε. Ήταν όμως παιχνίδι, το ‘βλεπα, το διέκρινα γιατί ήμουν σταθερότερος θαυμαστής του κυρ Ευγένιου, που συνέχιζε τις παραστάσεις του ακόμα και κει, στην ίδια τσιμεντένια αυλή με τους ήχους των κυμάτων στ’ αυτιά μας. Θα ‘θελα να μπορούσα να του ‘χω στείλει εκείνη την εικόνα: μια όμορφη παραλία μερικά μέτρα πλάι μας, μια χούφτα παιδιά άτακτα, κόσμος περαστικός στη βόλτα του κι εμείς αφοσιωμένα στην μικρή φορητή τηλεόραση, που ‘τανε καθισμένη όπως εμείς. Σε μια τυπική ψάθινη ελληνική καρέκλα. Άλλος ήταν ο Καραγκιόζης που ‘θελα κοντά μου, ο δικός του μονάχα. Αυτός που εκείνη την εποχή, είχε ανεβάσει στο μπερντέ του την ίδια την Οδύσσεια με σκαλιστές φιγούρες κι ήμασταν ευτυχισμένοι οι μικροί, ανεξάρτητα απ’ το αν γνωρίζαμε το έπος του Ομήρου ή τον ίδιο. Αίσθηση ανικανοποίητου ξανά.

Μετά τα χρόνια πέταξαν βιαστικά σαν αποδημητικά πουλάκια κι η μεγάλη μου αγάπη ξεχάστηκε, καθώς μεγάλωνα και προχωρούσε η διαδικασία του σχολείου, των βιβλίων και των μαθημάτων, της παιδικής λογοτεχνίας που προέκυψε λαθραία σα βραδινό ανάγνωσμα, αφού είχα την τύχη να γεννηθώ κοντά στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Μενέλαος Λουντέμης. Και κει, στις ονομαστικές γιορτές, ήταν παράδοση να τον χαρίζουν στα παιδιά νωρίς οι μεγαλύτεροι, χωρίς να ‘χουν υπόψιν τους τις περισσότερες φορές, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο του ενήλικου περιεχόμενου των βιβλίων του, που ξέφευγε κατά πολύ απ’ το παιδί που μέτραγε τ’ άστρα κι ονειρευόταν. Όνειρα και ήρωες για μένα και κει, χωρίς φανερή ενεργή συμμετοχή ή έτσι φαινότανε τουλάχιστον, οι συγγραφικές διαθέσεις μου προέκυψαν μετά.

Πριν λίγα σχετικά χρόνια, πάντα σε σχέση με την ηλικία των πέντε, αλλά ενήλικος πια συνέβη να ξανασυναντηθώ με το θέατρο σκιών, αλλά όχι με τον κύριο Ευγένιο. Ήμουνα πια φοιτητής στη δραματική σχολή κι είχα ξεκινήσει να βιοπορίζομαι από μια σειρά παραθεατρικές δραστηριότητες. Βρέθηκα τότε, να συμμετέχω σε ένα κύκλο παραστάσεων που περιλάμβανε θεατρικό παιχνίδι και κλόουν, ζογκλέρ και ένα μικρό μονόπρακτο από έναν άξιο νεαρό Καραγκιοζοπαίχτη.

Μ’ έχω στο νου μου εκεί, στο αφανές πλαινό μέρος της σκηνής, δίπλα σε κείνον, να τον βλέπω να χειρίζεται τις φιγούρες και να ερμηνεύει κείμενα κι αυτοσχέδιες ατάκες από τους ήρωες που τόσο αγαπούσα. Θεατής παραστάσεων σκιών και πάλι, αλλά από λανθασμένη πλευρά κι όχι απ’ αυτή ενός τυπικού θεατή, αλλά ενός επαγγελματία που ξεκουράζεται από μια εμφάνισή του κι ανασυνθέτει δυνάμεις για να εμφανιστεί ξανά σε λίγο.
Τότε συνειδητοποίησα, ότι κάποια πράγματα στη ζωή μας εξελίσσονται όμορφα κι όσο επιθυμούμε και παλεύουμε για κάτι, τόσα περισσότερα καταφέρνουμε। Αλλά υπάρχουν κι άλλα, που πολεμάμε να μας συμβούν και δε στέκεται εφικτό. Κι αυτό, αν δεν είναι τυχαίο, μπορεί να πιστέψουμε μεγαλώνοντας, ότι είναι μοιραίο.

__________________

• είναι το κείμενο της περσινής δικής μου συμμετοχής
στο βιβλίο «Ένα προσωπικό θέατρο σκιών» [ο γενικός τίτλος δόθηκε μ' αφορμή μια φράση απ' το παραπάνω διήγημα] που κυκλοφόρησε από το Black Duck multiplarte το Νοέμβριο του 2010.

www.blackduck.gr

O προλογισμός της ποιήτριας Μίνας Παπανικολάου, στην παρουσίαση/εκδήλωση της Κατερίνης [14 Απρίλη 2011]

της Μίνας Παπανικολάου

- Της έτυχε κάτι “σπάνιο” τόσο “σπάνιο” σαν να κέρδισε τον πρώτο λαχνό- (Αλεξάνδρα η μητέρα).

- “ Ούτε καν στον ύπνο μου δεν ήρθες”- για τον Μάρκο και τις στιγμές που γράφει στον υπολογιστή της-( Αννα η κόρη)

- Έλα μια στιγμή, να’μαι μαζί σου: “να ορίσω εξουσία” -(Η Άννα για τον Μάρκο)

- Το ζωντανό χωμάτινο πηλό που χτίζει τους ανθρώπους και μια φορά στις τόσες ανακατεύει στις μορφές τους, μια στάλα λαμπερή αστερόσκονη..(Η Αλεξάνδρα για τη ζωή)

- Για τον έρωτα: είναι το μεράκι του Θεού- (Αννα)

- Μην πυροβολήσεις ποτέ ουρανό. Χαμηλά στον ουρανό κρύβονται Άγγελοι- (Αννα)

- Το χέρι της Αλεξάνδρας έκρυβε το δικό της λαχνό: «θα ζήσεις πολύ και θα ερωτευθείς πολύ, με τη δύναμη που έχουν δύο καρδιές»- (η Μοίρα της Αλεξάνδρας).

- Ο Μάρκος, ο φίλος, ο κολλητός της Άννας, ο φύλακας της Τράπεζας που έτρεξε να την κυνηγήσει και βρέθηκε απέναντι στα μάτια του υπνωτισμένη- (το στόρυ εν ολίγοις-η Άννα σε στιγμές περισυλλογής)

- Ο τρόπος που γνωρίστηκαν με σοκάρισε, ήταν καρμικός θα λέγαμε. Σαν από ταινία δράσης με μια δόση ΕΛ Πάσο ή απλά μια δόση Αχαρνών, Εξαρχείων ή Πάρκου Κατερίνης τη νύχτα και Σέιχ Σου, μέρα και νύχτα. Τα χρήματα σκορπίζονται στο παγκάρι της εκκλησίας κι ο Μάρκος χαμένος στα μάτια της. Έτρεχε να ξεφύγει η Άννα αλλά το σώμα της γύρισε αντίθετα πια τη στιγμή που τον "είδε".Έτρεχε προς το μέρος του.
- Η Λαμπρινή αδερφή του πατέρα της Αλεξάνδρας δεν ήθελε το γάμο του αδερφού της με την Αλεξάνδρα. Δήθεν θρήσκα αλλά στραγγισμένη από αγάπη. Σημαδεμένη αλλά επιμελής το έκρυβε χρόνια, κανείς δεν το κατάλαβε για χρόνια. Κοσμοκαλόγρια, που εκκλησιαζόταν καθημερινά αλλά δεν είχε κοινωνήσει ποτέ… Αναρχική, αιρετική. Δεν επιθυμούσε το γάμο του αδερφού της με την Αλεξάνδρα, ούτε το δικό της γάμο επιθύμησε ποτέ πραγματικά.

- Ο πατέρας ανύπαρκτος, καταστροφικός, εγωπαθής..Έφυγε με τη "άλλη"...

- Χρόνια τα νεαρά μάτια της Άννας έψαχναν ψηλά να βρούνε τον Θεό. Στις μέρες της αγρυπνίας, της αναζήτησης των αναπάντητων “γιατί”…

- Πως έζησε, πως αγάπησε, πως είδε τον κόσμο η Αλεξάνδρα; Μόνη στο τέλος της ζωής της, μα και σχεδόν πάντα-εκτός από τότε που αγάπησε κι αγαπήθηκε για λίγο απ΄τον άντρα της-η Αλεξάνδρα αναρωτιέται, κλαίει, θρηνεί, πότε βουβά πότε ανελέητα προς τη μοίρα της, βρίζοντάς την. Θα αγαπάς για δύο, θα πονάς για δύο, θα ζεις για δύο. Πως είναι τα απογεύματα των μοναχικών άραγε; Πως είναι να περνά η ζωή δίπλα σου, πάνω σου, χωρίς εσένα;


- Πώς έζησε αλλά ευτυχώς αγαπήθηκε τρελά η Άννα; Η Άννα ερωτεύεται τον Μάρκο. Το καταλάβαμε, έτσι. Πόσο; Τόσο ώστε να αλλάξει τη ζωή της;

- Με πίστη και αφοσίωση σε κείνον έγραφε, έγραφε για κείνον πριν βρεθεί μαζί του ερωτικά, πριν γίνει γυναίκα του, πριν «φύγει».

Μνήμες καταγράφονται θαρρώ, ανάμεικτες με αλήθειες, μυστικά και όνειρα παιδικά κι αργότερα ενήλικα. Βίοι παράξενοι και συνήθεις ταυτόχρονα. Μα δεν κρατώ μυστικό πως η Άννα είναι που “φταίει” για την πλοκή του μυθιστορήματος. Φταίει χωρίς εισαγωγικά η παιδιάστικη φαντασία της, ο ηρωισμός που ξαφνικά φανερώθηκε ένα πρωί στα παιδικά της μάτια. Να γίνει μάνα και πατέρας και Θεός και λυτρωτής όλων, ζώντας στα όρια, στο φτερό του ανέμου, μια ζωή με ρίσκο την ίδια τη ζωή της. Δεν ξέρω αν κρατώ μυστικά, μα στο βιβλίο που κρατώ η Ψυχή δεν ξέρει από μυστικά ούτε από ρίσκα. Έχει το δικό της κώδικα τιμής. Τιμή της είναι η αιώνια αξία του έρωτα, του πάθους, της αυτοθυσίας, της τρέλας, της πεποίθησης πως το μέσο αγιάστηκε από το σκοπό. Για να ζήσει η μάνα, για να ζήσει όσο το δυνατόν καλύτερα η δίδυμη ψυχή της ξαδέλφης της, για να ζήσει το παιδί που επιμελώς κρύβει μέσα του το αγοροκόριτσο, η Άννα των Μυστικών.

- Κρατάς μυστικό Μάρκο; Είμαι λίγο τρελή μα σ’αγαπώ.

Ποια συντρίμμια συνθέτουν τον ψυχισμό της Άννας; Αδιαπραγμάτευτη η αγάπη της, αδιαπραγμάτευτο το πάθος της (η γυναίκα ληστής και Ρομπέν των Δασών της Αθήνας), αδιαπραγμάτευτη η προσφορά της για κείνους που βρίσκονται σε ανάγκη. Το μόνο που ζήτησε είναι η αγάπη του Μάρκου και η λατρεία του. Ποια συντρίμμια της Αλεξάνδρας συνθέτουν την ύπαρξή της; Η αγάπη της για τον άνδρα της και μετά τίποτα; Θρήνος και ανυπαρξία; Αυτό ήταν όλο;

- Να σου πω ένα μυστικό; Αν αγαπήσεις, θα΄ναι για πάντα, θα προστεθεί στο σώμα σου ένα κομμάτι του άλλου. Τίποτα δεν χάνεις. Μόνο ένα κομμάτι του Εγώ σου. Που πάει και αγκαλιάζει το κομματάκι ψυχής που έλειπε στον άλλον. Στον απέναντι, τον τόσο σίγουρο για την ακεραιότητα της ύπαρξής του!!

- Σαν ύποπτοι ληστείας κι εντέλει ένοχοι, οι συνειρμοί κι οι ήρωες του Γ. Φιλιππίδη σε ένα μυθιστόρημα που δεν φείδεται ποιητικών επιρροών, εμπλουτισμένων κειμένων με εικόνες, διαλόγους ζωηρούς και κείμενα θεατρικά.Περιηγήθηκα σε Λουντεμικές επιροές και Ελυτικές περιγραφές..σχεδόν ένοιωσα τις μουσικές στο κύμα του γραπτού κειμένου του βιβλίου. Πείσμωσα προς το τέλος του μυθιστορήματος, θύμωσα μαζί του, μα δεν θα πω το μυστικό του, δεν θα πω το γιατί.
Με ταξίδεψε σε μια εποχή που γνώρισα καλά, σε γειτονιές που έζησα ως συνομήλικη της Άννας, ως αντιδραστικό κι «αναρχικό» αγοροκόριτσο. Τι καλά που δεν χρειάστηκε νάχω τα ίδια διλήμματα με κείνην!!Θεέ μου, τί καλά που έτυχε νάχω κάποια διλλήμματα ίδια με κείνη! Και είπα: ευτυχώς που κάποιες φορές λειτουργούμε άσκεφτα. Άσκεφτα; Αλήθεια;

- Καλοτάξιδο!!
Αναρτήθηκε από Μίνα Παπανικολάου
στις Παρασκευή, Απρίλιος 15, 2011


http://minapapanikolaou-thoughts-and-arts.blogspot.com
http://thoughts-and-arts.pblogs.gr

άνεμος εκδοτική ✏ το μπλογκ: σελ. 66-67 ✏ «Ζωή με λες», Γιάννης Φιλιππίδης ✏ «Ά...


Η πόλη αυτή • θα επιμείνω • μ’ αγαπάει • και νοιάζεται οικειοθελώς για μένα • με υπερασπίζεται στην αγκαλιά της ανωνυμίας μου • έτσι μπορώ να περπατάω ελεύθερα στις ανήσυχες διαδρομές της • ανακουφιστικά αθέατος • αυτή μου δίνει • και με ξοδεύει • με φλερτάρει και μου ζητάει • απαιτεί κι εξοικειώνεται πρώτη αυτή • αναστατώνεται από τις επιθυμίες μου • ψιθυρίζει δεικτικά • όταν οι άλλοι με προσπερνούν τους στιγματίζει • βγαίνει μαζί μου να καπνίσει κατά τα νόμιμα • ακουμπάω στον ώμο της και μου τραγουδάει εναλλακτικές διεξόδους • η πόλη μου • σαν μητριά • που έρχεται στο φιλότιμο κι αγαπάει ξένο παιδί • με παίρνει απ’ το χέρι και μου δείχνει • με πηγαίνει βόλτες όταν αναζητώ ανάσες • ν’ αντέξω ως τα επόμενα.

Κρύβεται διακριτικά τα βράδια πίσω απ’ τις κουρτίνες μου • μουρμουρίζοντας σειρήνες κι απελπισμένες βρισιές αλλοδαπές • αποσύρεται όταν κλείνω τα μάτια κι ακουμπάω στη μνήμη μου τις βιτρίνες της • στα κλειστά μου βλέφαρα παραμένει λαμπερή • η πόλη που αγαπάω και κάποτε προτίμησα • εγκαταλείπεται βρόμικη • αναστενάζει από ανακούφιση τον Αύγουστο • ανοίγει αυλαία για σεζόν • πριν φέξουνε στο μεσημέρι • τα πρώτα κίτρινα φύλλα • η πόλη μου έχει ψυχολογικά προβλήματα • ασταθή συμπεριφορά • αρτηριοσκλήρυνση κι υπέρταση • μ’ αρέσει και με πικραίνει • μ’ αφήνει μόνο τ’ απογεύματα • αλλά πιο έρημο τις νύχτες • την αγαπάω • πριν μου δώσει ν’ ανασάνω δακρυγόνα • με πηγαίνει σινεμά • τις στιγμές που επιθυμώ να διαφύγω απ’ αυτήν • ίσως κι οριστικά • αν και ξεφεύγει τελικά • εκείνο το παλιό αποστρατευμένο απ’ όλους «πώς».

Η πόλη μου με κουράζει • πιθανότατα χωρίς σκοπιμότητα • μ’ αναγκάζει σε ψέματα • ευκαιριακά ή δόλια • προικίζει πόνους το κορμί • ταλαιπωρεί • σοβαντίζει με τις παλιές μου επιθυμίες • τα καινούρια εμπορικά της μεγαθήρια • που υπόσχονται πολιτισμό σε χαμηλές τιμές • μ’ εγκλωβίζει στην κίνηση και στο σκοτάδι της • που ανά καιρούς σκορπίζεται απρόσεχτο σε γειτονιές των πιο φτωχών • η πόλη • με κάνει να ονειρεύομαι εκτός • ν’ αποθυμώ ταξίδια • να πλημμυρίζω ενοχές που δεν ελέγχω • η πόλη • παπαγαλίζει πατριδογνωσία με το βιβλίο λαθρανοιγμένο στα γόνατα • βροχερή ή ηλιόλουστη • ελληνική κι άλλοτε πάλι όσο πατάει η γάτα • ή και καθόλου • σκοτώνει τις φυλλωσιές • που δεν αντέχει στους ώμους της • κομπάζει τον παλιό καιρό • κυματίζει τσιμέντα στις λιακάδες του Απρίλη • αυτή • η πόλη μου φοράει ρούχα λερωμένα • διαλέγει απ’ τις ξένες ετικέτες φτηνά ασιατικά μακό • και εντοιχίζει με αφίσες τις παλιές θολές βιτρίνες • που πάνε για πάντα στον παράδεισο • δημοσία δαπάνη εννοείται.

Πάει στη λαϊκή η πόλη μου και διαχειρίζετ’ έξυπνα την έλλειψη • φυσάει λαχτάρες ανθρώπων που ονειρεύτηκαν • αλλά δεν στάθηκε μπορετό να πάνε ένα βήμα παρακάτω • η πόλη μυρίζει λάδια λιπαντικά • λίλιουμ κι αρώματα γαλλικά • πάντα σε υπερπροσφορά.
Η πόλη υποφέρει από ανεξέλεγκτο εκνευρισμό • και σαν κορίτσι πλανημένο ερωτικά από κούφια λόγια • αναλώνεται σ’ όσους δεν την αγάπησαν αληθινά ποτέ • αφήνει τα μουσεία να σκονίζονται • ζητιανεύει σε σπασμένα πεζοδρόμια • χρωματίζεται άτσαλα απ’ την αιθαλομίχλη • εμποδίζει τα οράματα για δικό της όφελος • είναι σταθερά επιρρεπής στην έννοια εξάρτηση • αποκρύβει τ’ αστέρια • όσο κι αν επιμένουνε αυτά να ταξιδεύουν ως εδώ από τους παλιούς καιρούς

• αναλύει πρωινές εκπομπές στα κοσμαγάπητα καφέ της • η πόλη μου ξοδεύεται ν’ αγοράσει dvd • ψηφίζει λανθασμένα • βλαστημάει τη μοναξιά • αλλά ποντάρει ακόμα στα αισθήματα • αγκαλιάζεται από μελλοντικούς φίλους • η πόλη μου • αγωνίζεται ν’ αλλάξει «καλημέρες» στην πρώτη πρωινή λιακάδα…

▶ οπισθόφυλλο:

«… Αλλά βαρέθηκα να αισιοδοξώ μονάχα τα πρωινά, που ο ήλιος λούζει τις απέναντι ταράτσες, ή τα μεσημέρια, αυτά τα ήσυχα μεσημέρια, που τον θόρυβο της πόλης απορροφούν οι κυρίαρχες εξωτερικές τοιχοποιίες κι εγώ στέκομαι θαρρείς σαστισμένος, αφενός με την ομορφιά ν' ανασαίνεις στην Ελλάδα και να 'σαι ακόμα νέος και υγιής και την ίδια στιγμή, να βουρκώνεις από αγωνία, για όσα φοβάσαι κι αργούν να 'ρθουν».

Η πόλη θα επιμείνω σ' αγαπάει, επίτρεψέ της να κυματίζει τσιμέντα, υπερένταση και αριθμούς παραπανίσιους στις πρωινές λιακάδες του Απρίλη.
Μεγάλωσες θερίζοντας βλέμματα γελαστά, ανάμεικτα με σκέψεις και άνεμο, μα ούτ' έναν κόκκο λύπης σου δε γλίτωσες ποτέ.
Τι αποφεύγεις να σκέφτεσαι; Φοβάσαι να διαφέρεις; Και πότε θα σιγουρευτείς, ότι αντέχεις ν' αγκαλιάζεσαι από ζούγκλα; Άλλα ζωγράφιζες για σένα.
Βάλε εικόνα. Φαντάσου μέρες, που θα ντύσουν εποχές κι ευνοϊκότερες προσωπικές στατιστικές. Οι επιλογές κι όχι οι προσευχές, είναι αυτές που ψιθυρίζουν λύσεις σκόρπιες από 'κεί που δε φαντάζεσαι.
Φυλάς μια στάλα έγκαιρη φωνή για τα παράλογα και δύο ζάρια στα χέρια σου λευκά κι αναποφάσιστα, χωρίς πλεονέκτημα. Αλλά δεν είσαι μοναχά εσύ. Γύρνα πίσω στις λέξεις σου, ξεχώρισε το κόστος από τις υψηλές αξίες. Επικεντρώσου στα σημαντικά.

Παιχνίδια πεζογραφίας και εικόνων.

Μια ακολουθία από αυτοτελή κείμενα για τη ζωή μας. Κρυμμένες για καιρό ερωτήσεις και απορίες, στάσεις σε γοητευτικά ενσταντανέ, μικρά καθημερινά αναθέματα, κουβέντες που διαρκούν δεκαετίες, μονόλογοι σε β΄ ενικό που ονειρεύονται να θεραπεύσουν την ανήσυχη φύση μας.
Τα κείμενα ανταμώνουν και σαγηνεύονται από τις φωτογραφίες της Ρενέ Ρεβάχ, σε μια φροντισμένη έκδοση 176 σελίδων με σκληρό εξώφυλλο, που κυκλοφορεί, σε φιλική αρχική λιανική τιμή.

> ΣΚΛΗΡΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ > σχήμα πεζογραφίας: 14x20,5 cm >σελ.: 176 > χαρτί σαμουά 120 γραμμαρίων εσωτερικά > λιανική τιμή από τον «Ανεμο» κι όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία: 13.70€

δείτε το σάιτ του «Ανέμου», εδώ:

«Ζωή με λες» ✏ Γιάννης Φιλιππίδης ✏ Booze Cooperativa 13/12 στις 8 μ.μ.

Ταξίδευε για καιρό στη σκέψη μας. Έτσι θελήσαμε το «Ζωή με λες», να ‘ναι σκόπιμα το 13ο βιβλίο μας. Να κουβαλάει ένα κομμάτι από μας, τις αλήθειες, τους φόβους μας. Να κλείνει γλυκά το μάτι στη ζωή. Να επανεστιάσει στα σημαντικά της ολοδικής μας τρέχουσας επικαιρότητας.

Αφήνοντας πίσω μας μια απ’ τα βάθη της ψυχής της κακόψυχη χρονιά κι οδεύοντας σε μια καινούργια, που μεταφέρει άδειο το καλάθι των καλών οιωνών της -μολονότι θα θέλαμε πολύ- ονειρευτήκαμε το «Ζωή με λες», να σπάσει προεόρτια το ρόδι ενάντια στη γκαντεμιά των ημερών που φαντάζει ακλόνητη, μεταφέροντάς σας ένα αισιόδοξο μήνυμα,

αφού σε μια χρονιά σαν το 2011, η «Άνεμος εκδοτική» ολοκληρώνει τον πρώτο κύκλο της με 14 σημαντικά βιβλία χάρη στην αγάπη και τη θερμή αγκαλιά των φίλων και του αναγνωστικού κοινού.

▶ Την 13η Δεκέμβρη (πως θα γινόταν αλλιώς;)
σας περιμένουμε στην αίθουσα Etage Litteraire, τον ολοκαίνουργιο όροφο λογοτεχνίας του Booze Cooperativa.

Για τη ζωή, αλλά και το βιβλίο του Γιάννη θα μιλήσουν:
Πέτρος Κουμπλής, συγγραφέας-ραδιοφωνικός παραγωγός (Δίεση 101.3)
Σπύρος Σεραφείμ, ραδιοφωνικός παραγωγός (Βήμα fm 99.5)
Κι η δημοσιογράφος και δημιουργός του www.CatIsArt.gr κυρία Ειρήνη Αϊβαλιώτου.

Διαβάζουν οι ηθοποιοί:
Φωτεινή Φιλοσόφου
Μάρω Αγρίτη
Δανάη Καλαχώρα
Δέσποινα Παπάζογλου
Νάντια Περιστεροπούλου
και Δήμητρα Σύρου.

Τις αναγνώσεις ντύνουν με τις μαγικές φωνές τους
η Ζωή Παπαδοπούλου και η Αθηνά Ρούτση.
Στα πλήκτρα τις συνοδεύει ο συνθέτης Νεοκλής Νεοφυτίδης.

▶ Ο χώρος θα ‘χει ντυθεί τις φωτογραφίες της Ρενέ Ρέβαχ, που ανταμώνουν με τα κείμενα του Γιάννη Φιλιππίδη στο «Ζωή με λες», παράλληλα με τη δική της 15ήμερη έκθεση φωτογραφίας, που θα γίνει τις πρώτες μέρες του Γενάρη στους χώρους του Booze Cooperativa.

Σας θέλουμε όλους εκεί.

▶ Τρίτη 13 Δεκέμβρη 2011, στις 8 το βράδυ
Booze Cooperativa
αίθουσα Etage Litteraire (1ος όροφος)
Κολοκοτρώνη 57 στο Σύνταγμα
www.boozecooperativa.com

▶ για περισσότερες πληροφορίες:
Άνεμος εκδοτική, 210 82 23 574www.anemosekdotiki.gr

▶ «Ζωή με λες» > σχήμα πεζογραφίας > σχήμα πεζογραφίας: 14x20,5 cm >χαρτί σαμουά 120 γραμμαρίων εσωτερικά > σελ.: 176 > λιανική τιμή από τον «Ανεμο» κι όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία: 13.70€

Δικαίωμα Ελλάδα μου

Είμαι που λες προχτές το βράδυ, εκεί που σπρώχνει η Αθηνάς την Ερμού στον ώμο κι η πεζοδρομημένη εστέτ προσποιείται ότι έχει κακή μνήμη. Μια βαλίτσα μικρή η μισή μου προίκα –δε θες να ξέρεις τι μαγικό έκρυβε μέσα- κι η μπαταρία του κινητού μου, νεκρή από ώρες. Είχα άμεση ανάγκη να καλέσω έναν συγκεκριμένο αριθμό. Αλλά η χαμηλή μου οπτική ικανότητα –γνωστό, όταν αποφασίσω να γεράσω ή να πεθάνω, θα με κάνουμε ΚΑΙ ανέκδοτο- μου στερεί τέτοιες αυθάδειες.

Ένας περιπτεράς, ένας ταριφάκος συμπαθέστατος και μια καλοντυμένη κι ακριβοπαρφουμαρισμένη κυρία, αρνήθηκαν να βοηθήσουν ή μου ‘δειξαν καρτοτηλέφωνα, χαμένα στο βρόντο της θαμπής, αλλά σταθερά γοητευτικής ολόδικής μου πραγματικότητας.
Η πολύχρονή μου ωστόσο σχέση με τον μαγικό –κι αφάνταστα βρόμικο- χώρο των εκδόσεων, μ’ έχει πλουτίσει με οριστική ψυχραιμία, είναι εμπειρία φραπέ να με δεις να τη χάνω, όμως αυτό, είναι κουβέντα που θέλει χρόνο και ξέρω ότι δεν έχεις, άσε που αξίζει μόνο σε λάιβ, η κονσέρβα-διήγηση το ξανοσταίνει.

Ξαναφέρνω που λες τα βήματά μου, προς το σταθμό του μετρό, έξοδος επί της Αθηνάς. Κι ένα 24χρονο παλικαράκι, προθυμοποιείται, χωρίς σχεδόν να το ζητήσω, όχι απλά να με κατευθύνει πραγματικά σ’ αυτό που ‘χα ανάγκη να κάνω. Αλλά στάθηκε και περίμενε με αξιοπρέπεια σε ασφαλή απόσταση, πριν επιστρέψει στην κεφάτη παρέα του, που ζητιάνευε με αφάνταστη αξιοπρέπεια, κάτι απ’ το περισσευούμενο υστέρημά μας, 1.58€ είχαν στις δυστυχισμένες τσέπες τους, ζήτησα και μου τις άδειασαν μ’ εξαιρετική προθυμία.

Τέσσερα άνεργα ολόφρεσκα κι ολόδροσα παιδιά μεταξύ είκοσι κι εικοσιτεσσάρων, χωρίς προφανές μέλλον, απ’ αυτά που εσύ πιθανόν να χαρακτηρίζεις λούμπεν κι εγώ φίλους. Υγιέστατα, πεντακάθαρα, περιποιημένα, βλέμμα λαμπερό. Δυο αγόρια, δυο κορίτσια, μια κιθάρα και μια αγκαλιά απραγματοποίητες ευχές.

Η δική μου προσωπική αστυνομία, μας βρήκε μισή ώρα μετά, να τραγουδάμε Μαρθούλα και Θανάση Παπακωνσταντίνου εκεί: στα μαρμάρινα πατώματα, τα κορίτσια είχαν βουλιάξει ψιλοκατάπληκτα στις σελίδες των βιβλίων, που μόλις τους είχα χαρίσει.

Μια ξεχωριστή παρουσίαση βιβλίου από έναν συγγραφέα, που αυτοχαρακτηρίζεται ΑΜΕΑ και σε λίγο καιρό, ίσως του δώσεις δύναμη να στέλνει τακτικότερα τους χαιρετισμούς του –μαζί με τ’ απαραίτητα φάσκελα– σ’ ένα κοινοβούλιο κι ένα τμήμα της κοινωνίας, που αντιλαμβάνεται την ΔΙΑΦΟΡΑ σα ΚΑΤΩΤΕΡΟΤΗΤΑ. Κι ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ εικοσάχρονα παιδιά, άστεγα στους δρόμους, να επιβαρύνουν φίλους για μια νύχτα σε κρεβάτι, ένα ντους ή ένα κουλούρι. Αλλά ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ να σκέφτονται θετικά, χωρίς να εγκαταλείπουν την ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ τους και το πολύτιμο κορμάκι τους στη χρήση ΟΥΣΙΩΝ ή αλκοόλ.

Ωστόσο, την Παρασκευή το βράδυ ήπιαμε από το ίδιο μπουκάλι βότκας, που ‘φερνα στις αποσκευές μου, αφού η βαλίτσα ενός σεσημασμένου κι επίμονου συγγραφέα, ενδέχεται να κρύβει πολλές ενδιαφέρουσες εκπλήξεις ΕΚΤΟΣ από βιβλία του.

Κι αυτό το μικρό κείμενο δε θα γραφότανε ποτέ, αν δε με ρώταγες Ελένη μου. Γιατί αντιστάθηκαν με χαρακτηριστικό φιλότιμο οι τέσσερις, να πάρουν στα χέρια τους, το 50ευρο, που επέμεινα ν’ αφαιρέσω αυθαίρετα απ’ το ταμείο του «Ανέμου» για να το κάνουν λαχταριστά σουβλάκια με διπλή πίτα και πατάτες τηγανίτες, ούτε πρέζες, ούτε φούμες, ούτε μαλακίτσες, ένα καφετί χαρτονόμισμα, αντάλλαγμα στο πολυπόθητο και πεντακάθαρο τραπεζομάντιλο μιας απ’ τις απέναντι ταβέρνες.
Να συνεχίσουμε λέω από προχτές, να ελπίζουμε. Με το ίδιο φιλότιμο, ακόμα περισσότερη φαντασία, που χαρακτηρίζει το ζεστό μας κλίμα και το μελαχρινό μας δέρμα.
Κι αν το πολίτευμά μας, έχει ανάγκη πότε πότε από κανένα γενναίο φάσκελο, εδώ κι εμείς: με τις καλύτερες κι ανοιχτότερες παλάμες, τις αποκαλούμενες κι ως πεντάρες-βασιλικές, αιώνες τώρα.
Χαμογελαστοί και γοητευτικοί, ακόμα κι όταν θυμώνουμε. Αχόρταγοι σταθερά για τις πραγματικές ειδήσεις, τα γεγονότα που παράγουν ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, απέναντι σ’ ένα ΜΕΛΛΟΝ, που εξακολουθούμε να ‘χουμε το δικαίωμα, να του πούμε ΝΑ ΒΙΑΣΤΕΙ να ‘ρθει στο ραντεβού, που ‘χουμε δώσει ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΚΙ ΕΠΙΜΟΝΑ μαζί του.
Φιλιά πολλά στα τέσσερα παιδιά –ντρέπομαι που το μυαλό μου έχει γίνει ταραμάς και δυσκολεύομαι στα ονόματα– και βρείτε με ΕΣΕΙΣ στο φου-μπου, που βολεύονται να ΕΞΥΒΡΙΖΟΥΝ συχνά-πυκνά, όσοι ονειρεύτηκαν, πως θα ΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΝ τη χρήση της ΕΙΔΗΣΗΣ και της ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ με το χαλινάρι του φουσκωμένου τους πορτοφολιού και των λοιπών ελληνικών εθίμων.
Βρείτε με, για να στήσουμε κι άλλες τέτοιες μαγικές βραδιές, που ίσως δε γίνουν ποτέ τους Events «υπογραφής βιβλίων» πίσω από κόκκινες απρόσιτες κορδέλες και παραπανίσια ματαιότητα. ΑΛΛΑ θα συνεχίζουν να ΦΕΡΝΟΥΝ κοντά σε αληθινή ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ επαφή, παλιούς και μέλλοντες φίλους, με συνείδηση, καλή πίστη ΚΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, που όπως έχουμε ξαναπεί, είναι για τον καθένα μας –κατά τα εξακριβωμένα τουλάχιστον– ΜΙΑ το πολύ…
Φιλιά και χαιρετισμούς, καλή Κυριακή σε όλους. Κυριάκο, Γιάννη, Νικόλα–προσωπικοί «φρουροί» μου– επίσης ευχαριστώ.
Το ραντεβού μας, την επόμενη φορά, που θα χρειαστεί να τηλεφωνήσω και δε θα υπάρχει για έναν ΑΜΕΑ σαν εμένα, ΕΝΑ γαμώ-καρτοτηλέφωνο στην ελληνική δημοκρατία με ικανό φωτισμό, δε θα το δώσουμε από δω. Υπόσχομαι να το δείτε ζωντανά, μέσα από τα δελτία ειδήσεων και πιστέψτε με: τα ελληνικά που κάνω κέφι να χρησιμοποιώ, είναι τα καλύτερα και τα πιο επώδυνα.

Γιάννης Φιλιππίδης